Ο μύθος της “ψωροκώσταινας”

Πάντα η άρχουσα τάξη καλλιεργούσε το μύθο της ψωροκώσταινας, ότι δήθεν δεν έχει η χώρα πλουτοπαραγωγικούς πόρους και δεν μπορεί να αναπτυχτεί.
Επαναστάτες διανοούμενοι, όμως, εδώ και δεκαετίες έχουν αποδείξει επιστημονικά ότι υπάρχουν πλουτοπαραγωγικές πηγές στη χώρα ικανές να εξασφαλίσουν μια αυτοτελή και ισόρροπη ανάπτυξη.

Είναι εξαιρετικό το βιβλίο του Δημήτρη Μπάση «Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα».
Είχε πρωτοκυκλοφορήσει από τον εκδοτικό οίκο του ΚΚΕ «Νέα Βιβλία» το 1947 και σε επανεκδόσεις το 1977 και από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ το 2004.
Σε συνέχειες θα δημοσιεύσουμε αποσπάσματα από την δεύτερη έκδοση του.

Εδώ να σημειώσουμε ότι ο Δ. Μπάσης ήταν από τις κεντρικές φυσιογνωμίες μεταξύ επιστημόνων και διανοουμένων που στρατεύτηκαν με το εαμικό-κομμουνιστικό κίνημα και η κατάληξη του ήταν να δολοφονηθεί στις 30 του Μάρτη 1952 μαζί με τους Νίκο Μπελογιάννη, Ηλία Αργυριάδη και Νίκο Καλούμενο κατηγορούμενοι ως κατάσκοποι και προδότες της Ελλάδας!!!!

Ξεκινάμε δημοσιεύοντας την εισαγωγή της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου που υπογράφει η Ελλη Παπά:

Τριάντα χρόνια χωρίζουν την επανέκδοση τον βιβλίου του Δημήτρη Μπάτση «Ή Βαρειά Βιομηχανία στην Ελλάδα» από την πρώτη του έκδοση, το 1947. Τριάντα χρόνια – μια ολόκληρη γενιά – το βιβλίο αυτό έμεινε θαμμένο, αγνοημένο, όπως κι ό συγγραφέας του. Κοινή η μοίρα του έργου και του δημιουργού, σημαδεύει μια από τις πιο κρίσιμες καμπές της Ιστορίας του τόπου μας.

Ότι o Δημήτρης Μπάτσης εκτελέστηκε πλάι στο Νίκο Μπελογιάννη δεν ήταν τυχαίο. Ότι μια γενιά ‘Ελλήνων αγνόησε την ύπαρξη του βιβλίου και του συγγραφέα του, κι αυτό δεν είναι τυχαίο: Το «Κατεστημένο» (δε μιλάω για αστική τάξη, και θα εξηγήσω πιο κάτω το γιατί) είχε πολλές και μεγάλες ενοχές για να μπορέσει να σταθεί στο έργο του Mπάτση και να αντλήσει απ’ αυτό έστω και λίγα διδάγματα. Και το λαϊκό κίνημα – που ώριμος καρπός του στάθηκε αύτη η μελέτη για τη βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα – περνούσε πολύ σκληρές ώρες για να μπορέσει να σταθμίσει το μεγάλο και το μικρό στη ζωή, στην προσφορά και στο θάνατο του Δημήτρη Μπάτση.

Έτσι αγνοήθηκε και στην ‘Ελλάδα και έξω αύτη η μελέτη που, ωστόσο, ήτανε πρωτοποριακή για τον καιρό της και είναι πολύτιμη και σήμερα: Ό αναγνώστης του 1977 δε θα δυσκολευτεί να αναγνωρίσει πως σ’ αυτή τη μελέτη του 1947 έχουν τεθεί τα βασικά προβλήματα ανάπτυξης μιας χώρας εξαρτημένης και υπανάπτυκτης, χώρας «περιφερειακής», όπως θα λέγαμε σήμερα, και προτείνονται λύσεις επιστημονικά θεμελιωμένες και, μαζί, συγκεκριμένες. Ό σημερινός αναγνώστης δε θα δυσκο¬λευτεί να παραβάλει την ανάλυση του Μπάτση για την εσωτερική συσσώρευση, την εσωτερική αγορά, τη χρηματοδότηση των αναπτυξιακών προγραμμάτων, με τις σύγχρονες αναλύσεις που αφορούν προβλήματα του Τρίτου Κόσμου, και να εκτιμήσει τη σημασία της. Νομίζω πως η μεγάλη άξια του έργου του Μπάτση είναι η θέση που δίνει στην εσωτερική συσσώρευση, είναι η  κατανόηση του ρόλου της εσωτερικής συσσώρευσης στο γενικότερο πρόβλημα της ανεξαρτησίας μιας χώρας «περιφερειακής».

Σαν κατάληξη μιας μακριάς πορείας της μαρξιστικής σκέψης στην ‘Ελλάδα πρέπει να δούμε αυτή τη μελέτη του Μπάτση για τη βαριά βιομηχανία. Μιας πορείας που αρχίζει από τη στιγμή που το Κομμουνιστικό Κόμμα, νεαρό ακόμη, απέρριψε το μύθο της «φτώχειας» της ‘Ελλάδας και διακήρυξε τη σημασία που  είχε για τον τόπο η αξιοποίηση τωνπλουτοπαραγωγικών του πηγών. Στοιχειώδης ιστορική εντιμότητα θα απαιτούσε την αναγνώριση του ρόλου που  έπαιξε το Κομμουνιστικό Κόμμα στην κατάρριψη αυτού του μύθου που στήριζε την υποτέλεια της ‘Ελλάδας — μα αυτή η αναγνώριση δεν ήρθε ακόμη.

Ό μεγάλος σταθμός σ’ αυτή την πορεία ήρθε στα χρόνια της Κατοχής, με την ίδρυση, τη λειτουργία, το έργο της ‘Επιστημονικής ‘Εταιρείας μελέτης νεοελληνικών προβλημάτων «’Επιστήμη – Ανοικοδόμηση» (ΕΠ-ΑΝ). Στη δουλειά της ΕΠ — ΑΝ πραγματοποιείται με τον πιο ευτυχισμένο τρόπο η σύνδεση του λαϊκού κινήματος με την επιστημονική σκέψη, η σύνδεση του λαϊκού, απελευθερωτικού και σοσιαλιστικού κινήματος με την «αστική διανόηση» του τόπον. Ό Μπάτσης ήταν «αστός διανοούμενος». όπως κι ο Γενικός Γραμματέας της ΕΠ – ΑΝ. ο τότε πρύτανης του Πολυτεχνείου Νίκος Κιταίκης, που ψυχώσανε το έργο της εταιρείας, κι όπως οι επιστήμονες όλων των ειδικοτήτων που την επανδρώσανε.

«Αστοί διανοούμενοι», που καταλάβανε τη μεγάλη αλήθεια της ελληνικής πραγματικότητας πως αυτό που εμποδίστηκε πάντα στην ‘Ελλάδα, ήταν η  καπιταλιστική ανάπτυξη, πως τα στοιχεία που διώχτηκαν – και πριν ακόμη εμφανιστεί ή σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα — ήταν τα γνήσια αστικά στοιχεία, και πως ο δρόμος που άνοιγε πια για τον τόπο, για την εθνική ύπαρξη και ανάπτυξη ήταν ο δρόμος που οδηγούσε – μέσα από μια πλατιά συμμαχία λαϊκών – δημοκρατικών δυνάμεων – στην αυτόνομη βιομηχανική ανάπτυξη, στη θεμελίωση των υλικών προϋποθέσεων της ανεξαρτησίας, και στο σοσιαλισμό.

Ό Δημήτρης Μπάτσης, γιός τον ναύαρχου ‘Αντωνίου Μπάτση, από τη Σύρα, έφερνε τις διαψευσμένες προσδοκίες των αστών αυτού τον νησιού, που στάθηκε από τις πρώτες κοιτίδες του αστισμού στη μετά το 21 ‘Ελλάδα. Μαζί, όμως, έφερνε και την οικονομική επιστήμη που  είχε αρχίσει να αναπτύσσεται μεθοδικότερα και επιστημονικότερα στον τόπο μας. Ο Νίκος Κιτσίκης – που προλογίζει την πρώτη έκδοση της «Βαριάς Βιομηχανίας» – με τη συγκρότησή του, του μηχανικού, έφερνε την πρώτη μεγάλη συνεισφορά του Πολυτεχνείου στο λαϊκό κίνημα του τόπου. (Είναι ίσως η στιγμή να θυμηθεί το σημερινό Πολυτεχνείο πως κάποτε θα ‘πρεπε να βγάλει από τη λήθη εκείνον τον παλιό τον πρύτανη, που τόσο το τίμησε στα χρόνια της Κατοχής και μετά; Ίσως θα πρέπει ακόμη να θυμίσουμε πώς, αν το Πολυτεχνείο λησμόνησε τον Κιτσίκη, η δικτατορία δε τον λησμόνησε: στα βαθιά του γεράματα ο Νίκος Κιτσίκης γνώρισε τα Γιούρα).

Αυτή η σύνδεση τον γενικού με το συγκεκριμένο, που θα τη δει ο αναγνώστης στο έργο του Μπάτση, δεν ήτανε δυνατό να πραγματοποιηθεί χωρίς τη συμβολή των «μηχανικών», των επιστημόνων του Πολυτεχνείου, που επανδρώσανε την Ε Π – ΑΝ: Μαρξιστική σκέψη και ελληνική επιστήμη πραγματοποιήσανε την ιδεωδέστερη ένωσή τους στα χρόνια της Κατοχής, μέσα στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, για να δώσουνε αυτό που θα λέγαμε «ελληνικό δρόμο» για το σοσιαλισμό. Η θεωρία γινόταν συγκεκριμένη, δεμένη με την ελληνική πραγματικότητα, και μεταβαλλόταν σε υλική δύναμη καθώς αγκάλιαζε τις μάζες, το μεγάλο λαϊκό κίνημα της εποχής εκείνης. Αυτά όλα τα στοιχεία, ενσωματωμένα, θα τα βρει ο σημερινός αναγνώστης στο βιβλίο του Δημήτρη Μπάτση.

Μια εξήγηση είναι ίσως αναγκαία, για να κατανοηθεί σήμερα το βιβλίο του Μπάτση: Η συχνή αναφορά του συγγραφέα στο Στάλιν μπορεί να ξενίσει τον αναγνώστη της δεύτερης έκδοσης. Μα για τον αναγνώστη της πρώτης έκδοσης ήταν κάτι φυσικό. Όχι τόσο γιατί την υπαγόρευε η σταλινική προσωπολατρία – έπαιζε βέβαια το ρόλο της, μα ακόμη δεν είχε αλώσει τη μαρξιστική σκέψη στην ‘Ελλάδα — όσο για δυο κυρίως λόγους, πού ήταν και οι δύο θετικοί. Πρώτα – πρώτα, ήταν η αίγλη της Σοβιετικής Ένωσης στη διάρκεια του αντιφασιστικού πολέμου και μετά, αίγλη που αντανακλούσε και στον ηγέτη της. Δεύτερο, και σημαντικότερο: Η Σοβιετική Ένωση ήταν η  ζωντανή απόδειξη πως μια καθυστερημένη χώρα μπορεί να οικοδομήσει το σοσιαλισμό, και πως η βιομηχανική ανάπτυξη είναι η υλική προϋπόθεση για την οικοδόμηση του. Η Σοβιετική Ένωση όχι μόνο είχε αποδείξει την ορθότητα της αντίληψης του Λένιν για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια χώρα, αλλά και τη σημασία της εσωτερικής συσσώρευσης: Ότι μπόρεσε μέσα σε ελάχιστα χρόνια, και με τις συνθήκες του οικονομικού αποκλεισμού, να γίνει η χώρα που σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος του πολέμου και ο κύριος παράγοντας της νίκης, ήτανε μια πηγή έμπνευσης. Αυτήν, ουσιαστικά, την έννοια έχουν οι αναφορές του Μπάτση στο Στάλιν.

Για να δώσουμε πληρέστερα τον τρόπο που σκέπτονταν τότε οι Έλληνες κομμουνιστές, θα πρέπει να προσθέσουμε κι άλλο ένα σημαντικό στοιχείο: Την εποχή της ΕΠ — ΑΝ και της «Βαριάς Βιομηχανίας» δεν υπήρχε ακόμη ούτε η πραγματικότητα ούτε η  έννοια των «μπλοκ», ενώ η αυτοδιάλυση της Γ’ Διεθνούς στη διάρκεια του πολέμου είχε δώσει στα Κομμουνιστικά Κόμματα αυτοπεποίθηση, καθώς έπαιρναν την ευθύνη για την πορεία της χώρας τους προς το σοσιαλισμό. Το πέρασμα του Κόκκινου Στρατού από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης ήταν απελευθερωτικό, λαϊκές δημοκρατίες ήταν τα καθεστώτα πού εγκαθιδρύθηκαν σ’ αυτές, ο σοσιαλισμός δεν είχε διαμορφωθεί ακόμη σε σύστημα. Αν ο σταλινισμός έδωσε στη διαμόρφωση του σοσιαλιστικού συστήματος τα χαρακτηριστικά της κατάλυσης των παλιών παραγωγικών σχέσεων με τρόπο που θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε «ναπολεόντειο», αυτό έγινε αργότερα.

Με τη διευκρίνιση αυτή δεν έχω την πρόθεση να κάνω καμιά ιστορική τοποθέτηση. Τη θεωρώ μόνο απαραίτητη για να κατανοηθεί σωστά το περιεχόμενο τον βιβλίου του Δημήτρη Μπάτση, που ήταν καρπός της σύζευξης της μαρξιστικής σκέψης και της ελληνικής επιστήμης, του εθνικού απελευθερωτικού και του σοσιαλιστικού κινήματος.

Τίποτα το «ξενοκίνητο» δεν υπήρχε, κι ούτε μπορούσε να υπάρξει, στη σκέψη και στη δράση των ‘Ελλήνων Κομμουνιστών. Ο σημερινός αναγνώστης θα βρει μέσα σ’ αυτό το έργο τη δημιουργικότερη σκέψη του ελληνικού κινήματος που χάραζε την πορεία του αυτόνομα, χρησιμοποιώντας τον επιστημονικό σοσιαλισμό σαν μέθοδο, την εθνική ανεξαρτησία σαν γνώμονα της πορείας του, την ανάπτυξη βαρείας βιομηχανίας σαν βάση για την προκοπή τον έθνους, τη μεγάλη συμμαχία της Αντίστασης σαν κινητήρια δύναμη, και τη λαϊκή δημοκρατία σαν πολιτικό πλαίσιο πού άνοιγε το δρόμο ατό ειρηνικό πέρασμα προς το σοσιαλισμό.

Ή έκδοση τού βιβλίου του Μπάτση, το 1947, θα ‘πρεπε κανονικά να αποτελέσει γεγονός εθνικής σημασίας. Για πρώτη φορά η ‘Ελλάδα αποκτούσε σχέδιο για την υλική και την εθνική της ανάπτυξη, κι οι λαϊκές δυνάμεις αναλάβαιναν την πραγματοποίηση του. Αλλωστε στις γενικές του γραμμές, αυτό το σχέδιο είχε ενσωματωθεί στο Πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μα άλλα γεγονότα έρχονταν να κατακαλύψουν την έκδοση του. Η Ελλάδα είχε μπει στην κρίσιμη καμπή της μεγάλης μάχης ανάμεσα στις δυνάμεις της εθνικής ανεξαρτησίας και της αυτόνομης εθνικής ανάπτυξης και στις δυνάμεις της υποτέλειας και της νεοαποικιοκρατίας. Σε λίγους μήνες θα έμπαινε στην τελική ευθεία τού εμφύλιου πολέμου.

Ακολούθησε όλη η εθνική περιπέτεια που κατέληξε στο στήσιμο της αμερικανικής νεοαποικιοκρατίας στην Ελλαδα. Οι επιστήμονες της Ε Π -ΑΝ είχαν το μερίδιο τους στο διωγμό τον κινήματος. Κι ο Μπάτσης βρέθηκε ανάμεσα ατους αγωνιστές που κατηγορήθηκαν σαν «κατάσκοποι» και πλήρωσε με τη ζωή του την επιστημονική του προσφορά στο κίνημα της ανεξαρτησίας και του σοσιαλισμού – και την άρνηση του να τεθεί στην υπηρεσία της αμερικανοκρατίας.

Η επανέκδοση τον βιβλίου του Δημήτρη Μπάτση τριάντα χρόνια ύστερα από την πρώτη του έκδοση δίνει στις νεώτερες γενιές την ευκαιρία να γνωρίσουν και να εκτιμήσουν την προσφορά του  μαρξιστή επιστήμονα και όλων των επιστημόνων της ΕΠ – ΑΝ, άλλα και μια ευκαιρία να γνωρίσουν μια λαμπρή στιγμή της μαρξιστικής σκέψης στην ‘Ελλάδα.

Ελλη Παππά
Μάιος 1977

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *