Δικογραφίες στον αυτόματο πιλότο και δικαιοσύνη στο… περίπου
Υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα ξεπερνά ακόμα και την πιο ευφάνταστη πολιτική σάτιρα. Η σημερινή εξέλιξη στην υπόθεση του μέλους του Ρουβίκωνα Γιώργου Καλαϊτζίδη είναι μία από αυτές.
Σύμφωνα με όσα ο ίδιος γνωστοποίησε, το δικαστήριο αναγκάστηκε να πατήσει φρένο σε μια δικογραφία που φαίνεται να έχει συνταχθεί με τη λογική του «βλέποντας και κάνοντας». Το αποτέλεσμα; Η έδρα να αναρωτιέται ποιο ακριβώς είναι το αδίκημα, ποιοι είναι οι φυσικοί αυτουργοί και πώς γίνεται να δικάζεται κάποιος ως ηθικός αυτουργός για μια πράξη της οποίας οι υποτιθέμενοι δράστες όχι μόνο δεν έχουν δικαστεί, αλλά ούτε καν έχουν διωχθεί.
Ακόμα και για τα δεδομένα του ελληνικού κατασταλτικού μηχανισμού, πρόκειται για επίδοση που διεκδικεί βραβείο προχειρότητας.
Αν τα όσα περιγράφονται ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια δικονομική φάρσα. Μια κατάσταση όπου η βιασύνη να στηθεί ένα ακόμη κατηγορητήριο εναντίον γνωστών πολιτικών αντιπάλων της εξουσίας φαίνεται να υπερίσχυσε της στοιχειώδους νομικής λογικής.
Το πιο αποκαλυπτικό όμως δεν είναι η αναβολή. Είναι ο λόγος που δόθηκε. Το δικαστήριο φέρεται να αρνήθηκε να προχωρήσει τη διαδικασία επειδή δεν υπάρχει καν ποινική δίωξη για τους υποτιθέμενους φυσικούς αυτουργούς. Με απλά λόγια, κάποιοι έσπευσαν να βρουν τον «ηθικό αυτουργό» πριν καν βρουν τους… αυτουργούς.
Αν αυτό δεν είναι διοικητικό και δικαστικό σουρεαλιστικό θέατρο, τότε τι είναι;
Δεν πρόκειται φυσικά για μεμονωμένο περιστατικό. Τα τελευταία χρόνια παρακολουθούμε μια διαρκή προσπάθεια ποινικοποίησης πολιτικών και κοινωνικών αγώνων, με δικογραφίες που συχνά μοιάζουν περισσότερο με αστυνομικές εκθέσεις σκοπιμότητας παρά με σοβαρές νομικές κατασκευές. Κάποιες καταρρέουν στα δικαστήρια, άλλες επιστρέφονται για συμπλήρωση, άλλες οδηγούνται σε αθωώσεις. Η ζημιά όμως έχει ήδη γίνει: ταλαιπωρία, δικαστικά έξοδα, πολύμηρη ή πολυετής ομηρία.
Η σημερινή εικόνα, πάντως, δύσκολα ξεχνιέται. Μια δικαστική αίθουσα να προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς περιγράφει το κατηγορητήριο και πώς προέκυψε η συγκεκριμένη δίωξη. Ένα κράτος που εμφανίζεται αποφασισμένο να κυνηγήσει έναν «ηθικό αυτουργό», χωρίς να έχει βρει καν τους φυσικούς αυτουργούς. Και μια υπόθεση που μετατίθεται για το 2027, περιμένοντας ίσως να ανακαλυφθεί στο μεταξύ το ίδιο το… αδίκημα.
Κάποιοι θα το έλεγαν γελοιότητα.
Άλλοι θα το χαρακτήριζαν επικίνδυνη ένδειξη για το πώς λειτουργούν οι μηχανισμοί καταστολής όταν η πολιτική σκοπιμότητα προηγείται της στοιχειώδους νομιμότητας.
Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση αυτή προστίθεται σε έναν μακρύ κατάλογο γεγονότων που εκθέτουν ανεπανόρθωτα όσους έχουν αναλάβει εργολαβικά τη δίωξη αγωνιστών και συλλογικοτήτων.
Γιατί όταν η βιασύνη να ενοχοποιήσεις κάποιον είναι μεγαλύτερη από την ικανότητά σου να στοιχειοθετήσεις το αδίκημα, το αποτέλεσμα δεν είναι η απονομή δικαιοσύνης. Είναι η παραγωγή φαιδρότητας.



0 Comments