Πηγή: Χρύσα Κακατσάκη – Documento
Στο φετινό Μουντιάλ ίσως τα γράμματα με τους σπόνσορες στις φανέλες και τα σορτσάκια των ποδοσφαιριστών να είναι μεγαλύτερα από το όνομα του κράτους που εκπροσωπούν. Θα διαψευστούν έτσι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι οι ομάδες αποτελούν «τα πατριωτικά αποθέματα σε έναν κόσμο που όλο και λιγότερη σημασία έχουν οι πατρίδες και οι σημαίες».
Ανεξάρτητα από το ποια χώρα θα σηκώσει το τρόπαιο, σίγουρα κερδισμένες θα είναι οι εταιρείες στοιχημάτων, οι επιχειρήσεις εστίασης με delivery και οι ανατροπαρέες που μεταξύ τυρού και αχλαδιού, διαφωνιών για τα πέναλτι και επιχειρημάτων για τα γκολ θα αναθερμάνουν τους δεσμούς φιλίας. Η φετινή πρωτοτυπία δεν είναι το ρεκόρ συμμετοχής αλλά ότι η μία από τις διοργανώτριες χώρες έχει απειλήσει τις άλλες δύο. Τα μέχρι τώρα μικρογεγονότα με αποκλεισμούς διαιτητών, απορρίψεις βίζας και ρατσιστικούς ελέγχους δείχνουν ότι το ποδόσφαιρο δεν ενώνει πάντα αλλά και διχάζει.
Άλλωστε διχασμένες είναι και οι γνώμες συγγραφέων και διανοουμένων για τον βασιλιά των σπορ. Αν συγκροτούνταν δύο Μεικτές Κόσμου με ποδοσφαιρόφιλους που η ομάδα τους θα λεγόταν «Νοηρή Αθλιότητα» και ποδοσφαιρόφιλους με την επωνυμία «Ενδοξο Αθλημα», ο αγώνας πιθανόν να έληγε ισόπαλος και να κρινόταν στην παράταση. Στην πρώτη θα συμμετείχαν ο Σαίξπηρ, ο Οργουελ που θεωρούσε ότι η στρογγυλή θεά υποβάθμιζε το κύρος της βρετανικής ηθικής. Ο Χ.Λ. Μπόρχες που υποστήριζε ότι «το ποδόσφαιρο είναι δημοφιλές γιατί και η ηλιθιότητα είναι δημοφιλής». Για τον Μανουέλ Μονταλμπάν πρόκειται για κοσμική θρησκεία με τους πιστούς της σαν κοινωνικές βραδυφλεγείς βόμβες στα χέρια των διευθυντών, ένα σκληρό ναρκωτικό των δημοκρατιών ώστε να ελέγχουν την έλλειψη οράματος των μαζών.
Στη δεύτερη θα έπαιζαν ο Καμί, ο Παζολίνι, ο Ορχάν Παμούκ και ο σούπερ σταρ Εντουάρντο Γκαλεάνο. Ο Ουρουγουανός στοχαστής κάνει θεαματικές τρίπλες όταν αναφέρεται στους μεγάλους θρύλους, όπως ο Πελέ ή ο Μαραντόνα, μακρινά σουτ όταν συνδέει κάθε Μουντιάλ με ιστορικά γεγονότα. Απαλλαγμένος από οπαδικούς φανατισμούς εκλιπαρεί για ωραίους αγώνες. Όπως αυτούς που χάριζαν στους θεατές οι παίκτες της Αργεντινής, της Βραζιλίας ή του Άγιαξ με κινήσεις χορευτικές αλλά Νουρέγεφ και τους οποίους αναπολούσε συχνά ο Μανόλης Αναγνωστάκης.
Οι Έλληνες λογοτέχνες, μέχρι τη δεκαετία του ’70 απαξίωναν να καταπιαστούν με το θέμα, κυρίως επειδή ήταν επηρεασμένοι από την αριστερή ιδεολογία που το θεωρούσε ύπουλο όπλο του καπιταλισμού. Το ταμπού σπάει ο Μάνος Χατζιδάκις, με μια ωδή αφιερωμένη στον Τζορτζ Μπεστ. Θα ακολουθήσουν η μπαλάντα του Γιώργου Μαρκόπουλου για τον Αρδίζογλου, τα «Γκολπόστ» του Εγγονόπουλου, η «Ηχώ» του Εμπειρίκου, η σαρκαστική «Κίτρινη κάρτα» του Βαρβέρη, ενώ θα ακολουθήσουν στην πεζογραφία ο Κουμανταρέας («Η φανέλα με το 9»), ο Χαριτόπουλος («Θρύλος», «Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι»), ο Μίγγας («Στα ψέματα παίζαμε!») κ.ά.
Ο συγγραφέας του φετινού Μουντιάλ μπορεί να είναι ένας πληρωμένος κονδυλοφόρος του Τραμπ που θα του απονείμει το κύπελλο και θα τον ανακηρύξει τον καλύτερο σκόρερ όλων των εποχών.


0 Comments