Οι πληροφορίες που διαρρέουν από το Μέγαρο Μαξίμου μαρτυρούν πανικό. Οι κυλιόμενες δημοσκοπήσεις που φτάνουν καθημερινά στο πρωθυπουργικό γραφείο φέρονται να είναι ακόμη χειρότερες από τα πρόσφατα ευρήματα της Alco, τα οποία ήδη προκάλεσαν προβληματισμό στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, το άθροισμα των ποσοστών του δεύτερου και του τρίτου κόμματος ξεπερνά καθαρά τη Νέα Δημοκρατία. Και αυτό δεν είναι μια απλή στατιστική καταγραφή. Είναι πολιτικό μήνυμα.
Μετά από επτά χρόνια αλαζονείας, σκανδάλων, υποκλοπών, κρατικής συγκάλυψης, λεηλασίας του δημόσιου πλούτου, διάλυσης εργασιακών δικαιωμάτων και κοινωνικής λεηλασίας, η κυβέρνηση βλέπει ότι η φθορά δεν είναι πλέον εύκολα διαχειρίσιμη με επικοινωνιακά τεχνάσματα. Ούτε με τα φιλικά τηλεοπτικά πάνελ. Ούτε με τις στρατιές των πληρωμένων προπαγανδιστών του διαδικτύου.
Γι’ αυτό, σύμφωνα με όσα διακινούνται, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ετοιμάζεται να ανέβει στη ΔΕΘ κρατώντας έναν σάκο γεμάτο υποσχέσεις και παροχές. Οχι γιατί ξαφνικά ανακάλυψε τα προβλήματα της κοινωνίας. Οχι γιατί συγκινήθηκε από τη φτώχεια, την ακρίβεια και τη διάλυση του κοινωνικού κράτους που η πολιτική του δημιούργησε. Αλλά γιατί βλέπει ότι το έδαφος χάνεται κάτω από τα πόδια του.
Το πιο αποκαλυπτικό όμως είναι άλλο.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι εξετάζεται ακόμη και η κατάργηση του νόμου για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. Του νόμου δηλαδή που η ίδια η κυβέρνηση ψήφισε πριν από λίγους μήνες, παρουσιάζοντάς τον ως δήθεν κορυφαία μεταρρύθμιση. Αν ισχύει, τότε μιλάμε για πολιτικό κυνισμό σε καθαρή μορφή. Ψηφίζουμε έναν νόμο όταν μας εξυπηρετεί διεθνώς και τον ξηλώνουμε όταν θεωρούμε ότι θα μας αποφέρει εκλογικά οφέλη. Τόσο απλά. Τόσο ξεδιάντροπα.
Την ίδια στιγμή, επανέρχονται σενάρια για 13η σύνταξη, 13ο μισθό και ένα γενικευμένο πακέτο παροχών που μέχρι χθες οι κυβερνητικοί παράγοντες χαρακτήριζαν «λαϊκισμό», «ανευθυνότητα» και «δημοσιονομικό εκτροχιασμό». Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που επί χρόνια έλεγαν ότι δεν υπάρχουν λεφτά για τους συνταξιούχους, για τα νοσοκομεία, για τα σχολεία, για τους εργαζόμενους. Ξαφνικά ανακάλυψαν το δημόσιο ταμείο. Οχι γιατί άλλαξε η οικονομία. Αλλά γιατί άλλαξαν οι δημοσκοπήσεις.
Μόνο που η πολιτική δεν ξεκινά σήμερα.
Υπάρχει ένα ιστορικό προηγούμενο που θα έπρεπε να στοιχειώνει τους ενοίκους του Μεγάρου Μαξίμου. Ηταν ο Σεπτέμβρης του 2003 όταν ο Κώστας Σημίτης ανέβηκε στο βήμα της ΔΕΘ και ανακοίνωσε ένα γιγαντιαίο πακέτο παροχών, ελπίζοντας ότι θα αντιστρέψει το κλίμα που είχε διαμορφωθεί σε βάρος της κυβέρνησής του. Εξι μήνες αργότερα, στις εκλογές της 7ης Μάρτη 2004, το ΠΑΣΟΚ ηττήθηκε και παρέδωσε την εξουσία.
Η κοινωνία είχε ήδη αποφασίσει. Και καμιά παροχή δεν μπόρεσε να αλλάξει αυτή την πραγματικότητα.
Το ίδιο ερώτημα τίθεται και σήμερα. Μπορεί ένα πακέτο επιδομάτων να σβήσει το έγκλημα των Τεμπών από τη συλλογική μνήμη; Μπορεί να εξαφανίσει τις υποκλοπές; Μπορεί να διαγράψει την ακρίβεια που τσακίζει τα λαϊκά νοικοκυριά; Μπορεί να ακυρώσει τη διάλυση της δημόσιας υγείας, της παιδείας και της εργασίας; Μπορεί να κάνει τον κόσμο να ξεχάσει την αλαζονεία μιας εξουσίας που επί χρόνια λειτουργούσε σαν να μην λογοδοτεί σε κανέναν;
Η απάντηση είναι προφανής.
Οταν μια κυβέρνηση φτάνει στο σημείο να μοιράζει υποσχέσεις με τη σέσουλα και να αναζητά σωσίβιο ακόμη και σε πολιτικές που μέχρι χθες κατήγγελλε, τότε δεν αποδεικνύει τη δύναμή της. Αποδεικνύει τον φόβο της.
Και ο φόβος είναι συνήθως το πρώτο σημάδι ότι ένας πολιτικός κύκλος πλησιάζει στο τέλος του.



0 Comments