Πριν από κάποιο καιρό ο Άδωνις Γεωργιάδης, στη Λέσβο, έβγαλε όλο το ακροδεξιό δηλητήριο που κουβαλά για το δημόσιο σύστημα Υγείας και τους ανθρώπους του. Αποκάλεσε τους υγειονομικούς «κάφρους», «ασήμαντα ανθρωπάκια» και τους προέτρεψε «να κάνουν καμιά δουλειά». Οι γιατροί και οι νοσηλευτές που κρατούν όρθια τα δημόσια νοσοκομεία μέσα σε δραματικές ελλείψεις προσωπικού, εξαντλητικές εφημερίες και χρόνια υποχρηματοδότηση, έγιναν στόχος χλευασμού και απαξίωσης από τον ίδιο τον πολιτικό τους προϊστάμενο.
Σήμερα, ο ίδιος άνθρωπος εμφανίζεται να επικαλείται τον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα για να απαιτήσει «υποχρεωτικό σεβασμό» προς τον πολιτικό προϊστάμενο. Η ειρωνεία περισσεύει.
Η απάντηση του νευροχειρουργού Πέτρου Γ. Παπανικολάου είναι αποστομωτική. Δεν περιορίζεται σε μια προσωπική αντιπαράθεση. Θυμίζει ότι ο σεβασμός δεν επιβάλλεται με εγκυκλίους ούτε κατακτιέται με απειλές για ΕΔΕ. Κερδίζεται από τη στάση, τις πράξεις και την ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους που υπηρετούν το δημόσιο σύστημα Υγείας.
Ο γιατρός αντιπαραθέτει συγκεκριμένες καταγγελίες για καθυστερήσεις στην προμήθεια κρίσιμου υγειονομικού υλικού και για επιλογές που, κατά την άποψή του, αποτυπώνουν στρεβλές προτεραιότητες στη διαχείριση δημόσιου χρήματος. Κυρίως, όμως, υπενθυμίζει κάτι που η κυβέρνηση φαίνεται να έχει ξεχάσει: δεν μπορείς επί μήνες να λοιδορείς τους υγειονομικούς ως «τεμπέληδες», «αχάριστους» ή «κάφρους» και στη συνέχεια να αξιώνεις από αυτούς άνευ όρων σεβασμό προς το πρόσωπό σου.
Η εξουσία συγχέει συχνά τον θεσμικό ρόλο με την προσωπική αυθεντία. Θεωρεί ότι η υπακοή είναι συνώνυμη της σιωπής και ότι κάθε δημόσια κριτική συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Όμως οι εργαζόμενοι στο ΕΣΥ δεν είναι αυλικοί υπουργών. Είναι επιστήμονες και λειτουργοί που έχουν όχι μόνο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να μιλούν όταν βλέπουν το σύστημα να υποβαθμίζεται ή όταν γίνονται επιλογές που θέτουν σε κίνδυνο την ποιότητα της περίθαλψης.
Ο πραγματικός σεβασμός προς το δημόσιο σύστημα Υγείας δεν αποδεικνύεται με αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα ούτε με επίκληση πειθαρχικών διατάξεων. Αποδεικνύεται με επαρκή χρηματοδότηση, μόνιμες προσλήψεις, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και, πάνω απ’ όλα, με στοιχειώδη αναγνώριση της προσφοράς εκείνων που καθημερινά κρατούν ζωντανά τα δημόσια νοσοκομεία.
Γιατί ο σεβασμός δεν είναι μονόδρομος. Και ασφαλώς δεν μπορεί να απαιτείται από εκείνον που πρώτος φρόντισε να τον καταργήσει.


0 Comments