«Από τα 3 δισ. του “οράματος” στα 309 εκατομμύρια»
Του Γ. Γ.
Υπάρχουν κάποιες στιγμές στην πολιτική που δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις, να θυμώσεις ή απλώς να σηκώσεις τα χέρια ψηλά. Η τελευταία πράξη του σίριαλ «Έβρος Μετά» είναι μία από αυτές.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 2023, όταν ο Έβρος μετατράπηκε σε κρανίου τόπο και η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρέθηκε αντιμέτωπη με τη λαϊκή οργή και τις τεράστιες ευθύνες της για την ανεπάρκεια της πολιτικής πρόληψης και αντιμετώπισης των πυρκαγιών, επιστρατεύτηκε η γνωστή συνταγή: Επιτροπή, μεγαλόστομες εξαγγελίες, «εμβληματικό» σχέδιο και ένας άνθρωπος κύρους για να δώσει στην επικοινωνιακή διαχείριση το απαραίτητο άλλοθι σοβαρότητας. Για τον ρόλο επιλέχθηκε ο Σταύρος Μπένος.
Ο πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ, άνθρωπος με μακρά διαδρομή στο αστικό πολιτικό σύστημα, παρουσιάστηκε περίπου ως ο «εθελοντής» που θα έβαζε την προσωπική του σφραγίδα στην αναγέννηση του Έβρου. Και έτσι γεννήθηκε το «Έβρος Μετά».
Ένα μεγαλόπνοο masterplan, με συνολικό προϋπολογισμό που άγγιζε τα 3 δισεκατομμύρια ευρώ και φιλοδοξίες αντίστοιχου μεγέθους.
Ωραία λόγια, μεγάλα σχέδια, παρουσιάσεις, διαβουλεύσεις, χάρτες, πίνακες, υποσχέσεις. Όλα έδειχναν ότι ο Έβρος θα γινόταν το μεγάλο κυβερνητικό success story της μεταπυρικής ανασυγκρότησης.
Μόνο που, όπως συμβαίνει συχνά με τα success stories της κυβέρνησης Μητσοτάκη, κάποια στιγμή ήρθε η ώρα να μετρηθούν τα λόγια με τα έργα. Και τότε άρχισαν τα δύσκολα.
Από τα δισεκατομμύρια στα εκατομμύρια
Στην πορεία, το μεγαλεπήβολο αφήγημα άρχισε να ψαλιδίζεται.
Το πρόγραμμα που εμφανιζόταν ως συνολική στρατηγική ανασυγκρότησης μεταφράστηκε σε ένα πολύ μικρότερο πακέτο συγκεκριμένων παρεμβάσεων. Το νεότερο πρόγραμμα έργων και μελετών «Έβρος Μετά 2025-2030» καταγράφεται περίπου στα 312,6 εκατομμύρια ευρώ.
Και, φυσικά, δεν πρόκειται απλώς για αριθμητική διαφορά. Μιλάμε για έργα και υποδομές που υποτίθεται ότι θα αποτελούσαν τμήμα μιας ολοκληρωμένης ανασυγκρότησης και τα οποία τώρα μπαίνουν στο ψυγείο ή απομακρύνονται από την αρχική φιλοδοξία του σχεδίου.
Ανάμεσά τους και κρίσιμες υποδομές, όπως η αναβάθμιση του σιδηροδρομικού δικτύου.
Και κάπου εδώ ο άνθρωπος που είχε αναλάβει να «προικίσει με το μέλλον» τον Έβρο φαίνεται πως ανακάλυψε ότι το μέλλον έχει και περικοπές.
«Γιατί με φέρατε σε αυτή τη δεινή θέση;»
Στην 14η συνεδρίαση της Ειδικής Επιτροπής για την Ανασυγκρότηση και Ανάπτυξη του Έβρου, ο Σταύρος Μπένος εμφανίστηκε εμφανώς ενοχλημένος από την εξέλιξη.
Και τότε ακούσαμε λόγια που πραγματικά αξίζει να μείνουν στην ιστορία της ελληνικής πολιτικής σκηνής. «Γιατί με φέρατε σε αυτή τη δεινή θέση; Δεν αξίζω λίγο σεβασμό; Ήρθα ως εθελοντής. Γιατί μου το κάνατε αυτό; Δεν σε συγχωρώ που με παγιδέψατε απόψε».
Και αλλού: «Έδωσα και το αίμα μου εδώ πέρα και ήταν μεγάλη προσβολή για μένα. Εγώ ήσυχα θα φύγω».
Εδώ πραγματικά δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να κλάψεις. Γιατί το ζήτημα δεν είναι ο πληγωμένος εγωισμός ενός πρώην υπουργού. Το ζήτημα είναι ο ρόλος που ανέλαβε εξαρχής.
Ο «εθελοντής» και η πολιτική χρησιμότητα
Ας αφήσουμε στην άκρη για λίγο το ερώτημα γιατί ένας άνθρωπος με την πολιτική διαδρομή και την ηλικία του Σταύρου Μπένου επιλέγει σήμερα να εμφανίζεται έκπληκτος από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα που επί δεκαετίες υπηρέτησε.
Ας κρατήσουμε την ουσία. Ο Μπένος δεν βρέθηκε στον Έβρο από πολιτική παρθενογένεση. Βρέθηκε εκεί επειδή η κυβέρνηση Μητσοτάκη χρειαζόταν ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να προσδώσει κύρος, αξιοπιστία και υπερκομματικό περίβλημα σε μια μεγάλη κυβερνητική εξαγγελία. Και ο πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ ήταν ιδανικός για τον ρόλο.
Άλλωστε, δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς ιδιαίτερα βαθιά για να εντοπίσει τις συγγένειες ανάμεσα στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της Νέας Δημοκρατίας και στις κυρίαρχες αντιλήψεις του εκσυγχρονιστικού πολιτικού χώρου από τον οποίο προέρχεται ο Μπένος.
Μπορεί να αλλάζουν τα χρώματα, τα συνθήματα και οι επικοινωνιακές τεχνικές. Το σύστημα όμως παραμένει το ίδιο.
Και όταν το σύστημα χρειάζεται έναν «εθελοντή», έναν «τεχνοκράτη», έναν «άνθρωπο κοινής αποδοχής» ή έναν πρώην πολιτικό αντίπαλο για να ντύσει με άλλο περιτύλιγμα μια κυβερνητική επιλογή, πάντα βρίσκεται κάποιος διαθέσιμος.
Μέχρι να τελειώσει η χρησιμότητα του ρόλου.
Και μετά ήρθε ο λογαριασμός
Το πραγματικό πρόβλημα του Έβρου, βέβαια, δεν είναι ότι ο Μπένος αισθάνθηκε προσβεβλημένος. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι οι κάτοικοι του Έβρου δεν ζουν μέσα σε masterplan. Ζουν μέσα σε έναν τόπο που έχει υποστεί τεράστια οικολογική και οικονομική καταστροφή. Ζουν με την πληθυσμιακή συρρίκνωση. Ζουν με τις ελλείψεις στις υποδομές. Ζουν με τα προβλήματα του σιδηροδρομικού δικτύου. Ζουν με την αγωνία για το αν η περιοχή τους θα έχει πραγματικά μέλλον.
Και γι’ αυτούς τα 3 δισεκατομμύρια των παρουσιάσεων δεν είναι επικοινωνιακό μέγεθος. Είναι δρόμοι. Είναι σιδηρόδρομος. Είναι αντιπλημμυρικά έργα. Είναι υποδομές. Είναι θέσεις εργασίας. Είναι δυνατότητα να παραμείνουν στον τόπο τους.
Γι’ αυτό και η ιστορία του «Έβρος Μετά» δεν είναι μια προσωπική ιστορία ανάμεσα στον Μπένο και την κυβέρνηση.
Είναι μια ακόμη ιστορία για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αστική πολιτική.
Πρώτα οι κάμερες, μετά η λήθη
Το έργο το έχουμε ξαναδεί άπειρες φορές. Έρχεται μια μεγάλη καταστροφή. Η κοινωνία εξοργίζεται. Η κυβέρνηση βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο.
Τότε εμφανίζονται οι κάμερες. Ανακοινώνονται δισεκατομμύρια. Στήνονται επιτροπές. Επιστρατεύονται πρόσωπα «υπεράνω κομμάτων». Παρουσιάζονται masterplans. Μιλούν όλοι για «νέα εποχή».
Και ύστερα, όταν το ενδιαφέρον των τηλεοπτικών δελτίων μετατοπιστεί αλλού, αρχίζει το ψαλίδισμα.
Τα δισεκατομμύρια γίνονται εκατοντάδες εκατομμύρια. Τα εμβληματικά έργα μεταφέρονται για αργότερα. Οι δεσμεύσεις γίνονται «προτεραιότητες». Και οι πληγέντες μένουν να περιμένουν.
Ο Έβρος δεν είναι η εξαίρεση.
Είναι το μοντέλο.
Και τώρα ο Μπένος αισθάνεται «παγιδευμένος» Ο Σταύρος Μπένος μπορεί πράγματι να αισθάνεται ότι τον παγίδευσαν. Μπορεί πράγματι να θεωρεί ότι δεν του φέρθηκαν με τον σεβασμό που άξιζε. Μπορεί να θεωρεί ότι έδωσε «και το αίμα του» για το σχέδιο.
Και κάπου εδώ βρίσκεται όλη η ουσία.
Ο Μπένος ανακάλυψε σήμερα ότι το σύστημα μπορεί να πετάξει στα σκουπίδια ακόμη και το masterplan που ο ίδιος υπηρέτησε. Οι κάτοικοι του Έβρου το γνωρίζουν εδώ και χρόνια. Γι’ αυτό το κλάμα του Μπένου δεν είναι η τραγωδία.
Η πραγματική τραγωδία είναι ότι για άλλη μια φορά ο λαός καλείται να πληρώσει τον λογαριασμό μιας πολιτικής που πρώτα πουλάει όραμα και μετά παραδίδει περικοπές.
Και κάτι τελευταίο. Δεν έχουμε δάκρυα για τον «εθελοντή»; Ας πρόσεχε.



0 Comments