Το δημοσίευμα-«βόμβα» της Washington Post, σύμφωνα με το οποίο το Πεντάγωνο εξετάζει σοβαρά τη δραματική μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στον Περσικό Κόλπο, δεν αποτελεί μια απλή «στρατηγική αναπροσαρμογή». Αποκαλύπτει κάτι πολύ βαθύτερο: τα όρια και τα αδιέξοδα μιας αυτοκρατορικής στρατηγικής που επί δεκαετίες παρουσιαζόταν ως αδιαμφισβήτητη στρατιωτική κυριαρχία.
Οι τεράστιες ζημιές που υπέστησαν αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην περιοχή μετά τη σύγκρουση με το Ιράν αναγκάζουν πλέον την Ουάσιγκτον να επανεξετάσει ένα δόγμα που οικοδομήθηκε επί δεκαετίες. Το δόγμα της μόνιμης στρατιωτικής παρουσίας, του ελέγχου των ενεργειακών δρόμων και της δυνατότητας των ΗΠΑ να επιβάλλουν τους όρους τους στη Μέση Ανατολή δέχεται ένα ισχυρό πλήγμα.
Για δεκαετίες, ο Περσικός Κόλπος αποτέλεσε προκεχωρημένο φυλάκιο του δυτικού ιμπεριαλισμού. Μια τεράστια γεωπολιτική σκακιέρα, γεμάτη στρατιωτικές βάσεις, πολεμικά πλοία, αεροπορικές εγκαταστάσεις και στρατεύματα, με βασικό στόχο τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων και την επιβολή των συμφερόντων των ισχυρών πάνω στους λαούς της περιοχής.
Μόνο που σήμερα κάτι αλλάζει.
Οι βάσεις που για χρόνια παρουσιάζονταν ως σύμβολα αμερικανικής παντοδυναμίας αποδεικνύεται ότι μπορούν να μετατραπούν σε ευάλωτους στόχους. Οι πανάκριβες στρατιωτικές υποδομές, οι οποίες υποτίθεται ότι εγγυώνται την «ασφάλεια» και τη «σταθερότητα», μπορούν μέσα σε λίγες ώρες να καταστούν πηγή τεράστιου κόστους και κινδύνου.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πολιτικό συμπέρασμα.
Η αμερικανική στρατιωτική ισχύς δεν είναι άτρωτη.
Η συζήτηση στην Ουάσιγκτον για περιορισμό της παρουσίας στον Κόλπο δεν αποτελεί ασφαλώς κάποια ξαφνική στροφή προς την ειρήνη. Ούτε σημαίνει ότι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός εγκαταλείπει τα συμφέροντά του στη Μέση Ανατολή. Σημαίνει όμως ότι το κόστος της μόνιμης στρατιωτικής επιτήρησης και των ανοιχτών πολεμικών μετώπων γίνεται ολοένα δυσκολότερο να διαχειριστεί.
Οι πολεμικές εκστρατείες που πραγματοποιούνται στο όνομα της «ασφάλειας», της «δημοκρατίας» και της «σταθερότητας» αφήνουν πίσω τους μια διαφορετική πραγματικότητα: κατεστραμμένες χώρες, εκατομμύρια θύματα, προσφυγιά, οικονομική λεηλασία και έναν διαρκή κύκλο πολέμου και αντιποίνων.
Και τώρα ο ίδιος αυτός κύκλος αρχίζει να έχει κόστος και για τους εμπνευστές του.
Για το εργατικό και αντιπολεμικό κίνημα, η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Γιατί αποδεικνύει ότι ο ιμπεριαλισμός δεν είναι παντοδύναμος και ότι καμία στρατιωτική μηχανή, όσο τεράστια κι αν είναι, δεν μπορεί να επιβάλλει επ’ άπειρον τη θέλησή της χωρίς να συναντήσει αντιστάσεις και όρια.
Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, δεν χωρά κανένας εφησυχασμός.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ορμητήριο των αμερικανοΝΑΤΟϊκών πολεμικών σχεδιασμών. Οι βάσεις της Σούδας, της Αλεξανδρούπολης και οι υπόλοιπες στρατιωτικές υποδομές που τίθενται στη διάθεση των πολεμικών σχεδιασμών των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ δεν αποτελούν «ασπίδα προστασίας» για τον ελληνικό λαό. Αντίθετα, μας καθιστούν μέρος των ανταγωνισμών και πιθανό στόχο των αντιποίνων μιας επόμενης πολεμικής αναμέτρησης.
Δεν έχουμε κανένα συμφέρον να γίνουμε κρέας για τα κανόνια των πολυεθνικών, των πετρελαϊκών κολοσσών και των γεωπολιτικών σχεδιασμών των ισχυρών.



0 Comments