Η εκλογική νίκη του Λουίς Ινάσιο Λούλα στη Βραζιλία δεν ήταν ένα συνηθισμένο εκλογικό αποτέλεσμα. Ήταν μια σοβαρή πολιτική ήττα της ακροδεξιάς, μια ανατροπή που προκάλεσε ανακούφιση σε εκατομμύρια εργαζόμενους και λαϊκούς ανθρώπους, αλλά και έντονες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της Αριστεράς. Γιατί, πέρα από τους πανηγυρισμούς και τις προεκλογικές υποσχέσεις, το πραγματικό ερώτημα παραμένει: τι αλλάζει για τον βραζιλιάνικο λαό και ποια είναι τα όρια της πολιτικής που υπόσχεται να διαχειριστεί τον καπιταλισμό προς όφελος των πολλών;
Όταν η ήττα της ακροδεξιάς αντιμετωπίζεται ως… πρόβλημα
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση ορισμένων οπαδών του ΚΚΕ, οι οποίοι, ακολουθώντας την επίσημη κομματική γραμμή, αντιμετωπίζουν με καχυποψία, υποτίμηση ή και απαξίωση τη νίκη του Λούλα.
Μόνο που εδώ προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: Πώς γίνεται κομμουνιστές στη Βραζιλία, που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει η ακροδεξιά διακυβέρνηση του Μπολσονάρο, να θεωρούν την ήττα της σημαντική πολιτική εξέλιξη, ενώ ορισμένοι εδώ επιλέγουν να υποβαθμίζουν τη σημασία της;
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Βραζιλίας (PCdoB) χαιρέτισε τη νίκη ως σημαντικό πλήγμα στον φασισμό, στον αυταρχισμό και στην ακροδεξιά. Το Βραζιλιάνικο Κομμουνιστικό Κόμμα (PCB), παρά τις σοβαρές πολιτικές και ιδεολογικές διαφωνίες του με τον Λούλα, στήριξε την εκλογική του επικράτηση στον δεύτερο γύρο, προκειμένου να αποτραπεί η παραμονή του Μπολσονάρο στην εξουσία.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι τα δύο κόμματα έχουν την ίδια στρατηγική ή ότι αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο την επόμενη μέρα. Αναδεικνύει, όμως, μια ουσιαστική πολιτική διάκριση: άλλο πράγμα η κριτική στα όρια της αστικής πολιτικής και άλλο η υποτίμηση της σημασίας μιας ήττας της ακροδεξιάς.
Η ήττα του Μπολσονάρο και η ανησυχία των ισχυρών
Η επικράτηση του Λούλα δεν προκάλεσε νευρικότητα μόνο στους υποστηρικτές του Μπολσονάρο. Αποτέλεσε πλήγμα και για ένα ευρύτερο πολιτικό ρεύμα που επένδυσε στη Λατινική Αμερική στην ακροδεξιά, στον εθνικισμό, στον αντικομμουνισμό και στην αυταρχική διακυβέρνηση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ και οι δυνάμεις της αμερικανικής ακροδεξιάς είχαν βρει στο στρατόπεδο Μπολσονάρο έναν πολύτιμο σύμμαχο. Παράλληλα, οι στενές πολιτικές σχέσεις της οικογένειας Μπολσονάρο με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου είχαν διαμορφώσει έναν ισχυρό δίαυλο συνεργασίας με την ισραηλινή κυβέρνηση.
Η ήττα του Βραζιλιάνου ακροδεξιού προέδρου, επομένως, δεν ήταν απλώς μια εσωτερική πολιτική εξέλιξη. Εντάχθηκε σε μια ευρύτερη σύγκρουση για τους πολιτικούς συσχετισμούς στη Λατινική Αμερική, σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνική δυσαρέσκεια, οι ανισότητες και η κρίση των παραδοσιακών πολιτικών εκπροσωπήσεων τροφοδοτούν διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις.
Η κάλπη δεν καταργεί τον καπιταλισμό
Εδώ, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα.
Η ήττα της ακροδεξιάς είναι σημαντική. Δεν σημαίνει, όμως, ότι μαζί της ηττήθηκαν αυτομάτως οι οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις που γεννούν τη φτώχεια, την εκμετάλλευση και τις ανισότητες.
Ο Λούλα επέστρεψε στην εξουσία στηριζόμενος σε μια ευρεία συμμαχία πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, στην οποία συμμετείχαν όχι μόνο η Αριστερά και τα εργατικά στρώματα, αλλά και κεντρώες και αστικές δυνάμεις. Αυτή η πολιτική συμμαχία δεν αποτελεί κάποια λεπτομέρεια. Καθορίζει σε σημαντικό βαθμό τα περιθώρια και τις αντιφάσεις της κυβερνητικής πολιτικής.
Το PCB επισημαίνει ακριβώς αυτόν τον κίνδυνο: η νέα κυβέρνηση μπορεί να περιοριστεί σε μια διαχείριση του καπιταλισμού, επιχειρώντας να αμβλύνει τις πιο ακραίες κοινωνικές συνέπειές του χωρίς να αμφισβητήσει τις ίδιες τις σχέσεις εκμετάλλευσης.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της συζήτησης. Η ανακούφιση των λαϊκών στρωμάτων από την πείνα, τη φτώχεια και την κοινωνική περιθωριοποίηση είναι αναγκαία. Το ζήτημα, όμως, είναι αν οι όποιες κατακτήσεις θα αποτελέσουν αφετηρία για νέους αγώνες ή αν θα χρησιμοποιηθούν ως μηχανισμός ενσωμάτωσης των εργαζομένων σε μια πολιτική κοινωνικού συμβιβασμού.
Γιατί η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι κυβερνητικές εναλλαγές, ακόμη κι όταν συνοδεύονται από πραγματικές κοινωνικές βελτιώσεις, δεν ανατρέπουν από μόνες τους την εξουσία του κεφαλαίου.
Η Αριστερά μπροστά στο πραγματικό δίλημμα
Η στάση του PCB αναδεικνύει μια κρίσιμη πλευρά της πολιτικής αντιπαράθεσης: μπορείς να συμβάλεις στην ήττα μιας αντιδραστικής δύναμης χωρίς να παραδίδεις την πολιτική σου αυτονομία στην κυβέρνηση που την αντικαθιστά.
Αυτό σημαίνει ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να μετατρέπεται σε χειροκροτητή κυβερνήσεων, ούτε να αναθέτει το μέλλον της στις διαθέσεις της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Χρειάζεται οργάνωση στους χώρους δουλειάς, ισχυρά εργατικά και λαϊκά κινήματα, διεκδικήσεις και σύγκρουση με τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας. Είναι κάτι που υπογράμμιζα και σε προηγούμενη ανάρτησή. “Η κριτική στον Λούλα για τους συμβιβασμούς του με το κεφάλαιο, για τα όρια της πολιτικής του και για την αδυναμία μιας σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης να ανατρέψει τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής είναι απολύτως θεμιτή και αναγκαία από τη σκοπιά της επαναστατικής Αριστεράς. Εκείνο που δεν στέκει είναι να μετατρέπεται αυτή η κριτική σε επιχείρημα για την υποβάθμιση της σημασίας της ήττας της ακροδεξιάς”, έγραφα χαρακτηριστικά.
Η πολιτική αυτοτέλεια της Αριστεράς δεν κρίνεται από το πόσο εύκολα καταγγέλλει μια κυβέρνηση, αλλά από το αν μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη των αγώνων, να υπερασπιστεί τις λαϊκές κατακτήσεις και να ανοίξει δρόμους για βαθύτερες κοινωνικές αλλαγές.
Η ήττα της ακροδεξιάς δεν είναι η κοινωνική απελευθέρωση. Είναι, όμως, μια εξέλιξη που μπορεί να δημιουργήσει διαφορετικούς όρους για την ταξική πάλη.
Το να αναγνωρίζεις τη σημασία μιας τέτοιας ήττας δεν σημαίνει ότι εξωραΐζεις τον Λούλα ή ότι καλλιεργείς αυταπάτες για τον κοινοβουλευτικό δρόμο. Σημαίνει ότι αντιλαμβάνεσαι τις πραγματικές αντιθέσεις της πολιτικής συγκυρίας και παρεμβαίνεις μέσα σε αυτές, με κριτήριο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.
Γιατί ο τελικός στόχος δεν μπορεί να είναι απλώς μια καλύτερη διαχείριση του συστήματος που παράγει την εκμετάλλευση. Είναι η ανατροπή του ίδιου του συστήματος.
Και αυτό δεν θα το αποφασίσει καμία κάλπη από μόνη της. Θα κριθεί στους δρόμους, στους χώρους δουλειάς και στους αγώνες των ίδιων των εργαζομένων.
Β.


0 Comments