Η δικηγορία των δικαιωμάτων στο απόσπασμα

dikΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Με τον προωθούμενο Οργανισμό Σπουδών της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, που διαμορφώνει τρεις διαδοχικούς κύκλους σπουδών και απειλεί με διάσπαση το ώς τώρα ενιαίο πτυχίο της Νομικής, διαμορφώνονται σοβαροί κίνδυνοι αλλοίωσης του επιπέδου των νομικών γνώσεων και κατάλυσης του δικηγόρου υπερασπιστή.

Στην κατεύθυνση αυτή σωστά το μεταπολιτευτικό φοιτητικό κίνημα ήταν αντίθετο. Η νομική επιστήμη με τη μορφωτική υπεροχή και εποπτική θέση της αποκαλύπτει στον κάτοχό της τους κανόνες με τους οποίους λειτουργεί η κοινωνία, οι συναλλαγές, οι τάξεις, τα κράτη και τους μαθαίνει να διαχειρίζονται την άποψή τους, έχοντας να αντιμετωπίσουν την αντίθετη. Η εξειδίκευση στερεί από το φοιτητή τη δυνατότητα συνολικού ελέγχου στο γνωστικό αντικείμενο και τον υποβιβάζει από επιστήμονα σε τεχνικό.

Παραπέρα, η δυνατότητα άσκησης γενικής δικηγορίας χωρίς περιορισμό σε συγκεκριμένη ειδικότητα: Διαμορφώνει πεδίο ευρυγνωσίας και εποπτικής θεώρησης του συνόλου της νομικής επιστήμης, σε αντίθεση με την εξειδίκευση, που απομονώνει γνωστικά και υποβαθμίζει την εκπαίδευση σε κατάρτιση. Καθιστά εφικτή την ανεξάρτητη άσκηση δικηγορίας σε κάθε είδους υποθέσεις, αντίθετα με την εξειδικευμένη δικηγορία στην οποία ο κύκλος των προσωπικών γνωριμιών δεν επαρκεί για να εξασφαλίσει ικανό αριθμό υποθέσεων του ίδιου είδους. Αποδεσμεύει τον δικηγόρο από συγκεκριμένη κατηγορία υποθέσεων η οποία -ιδίως μετά την πάροδο της αιχμής της- τον αχρηστεύει επαγγελματικά και συνήθως τον εξαρτά από κέντρα συγκέντρωσης εξειδικευμένης δικηγορικής ύλης (δικηγορικές εταιρείες, τράπεζες κ.ά.). Η εξειδίκευση διαμορφώνει άλλον χάρτη, με σχέσεις εργοδοσίας και εκμετάλλευσης μεταξύ δικηγόρων και αποδυναμώνει την ανεξάρτητη δικηγορία. Εξυπηρετεί όμως αυτό την κοινωνία;

Οι συνθήκες του προηγούμενου αιώνα κατέστησαν την παροχή νομικών υπηρεσιών απαραίτητο παράγοντα της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα: Διαρκείς ανακατανομές πλούτου και γης, αθρόα βιομηχανική ανάπτυξη, ανάγκη ρύθμισης εργασιακών σχέσεων, γραφειοκρατία, διοικητική ασυδοσία, πολυνομία (ο όγκος της νομοθετικής ύλης στην Ελλάδα υπολογίζεται 40πλάσιος του αντίστοιχου των πρώτων 15 χωρών-μελών της Ε.Ε.). Ενα τεράστιο πεδίο άσκησης νομικών δεξιοτήτων για τη διαμεσολάβηση του πολίτη απέναντι στο Δημόσιο, την αναμέτρηση αντίθετων συμφερόντων ή τη δυνατότητα διατύπωσης στοιχειωδών διοικητικών διαδικασιών.

Παρ’ όλα αυτά, η αστική τάξη δεν επιφύλαξε στη δικηγορία τα αντίστοιχα. Απαλλάχθηκε από έναν ανεπιθύμητο συνεταίρο και φόρτωσε στους φτωχούς σωρεία υποχρεωτικών παραστάσεων δικηγόρων σε συμβόλαια και δικαστήρια και ένα εξαντλητικό κατά περίπτωση αμοιβολόγιο που, με το πολύπλοκο σύστημα της Πολιτικής Δικονομίας, καθιστούσε για πολλά χρόνια το διάδικο έρμαιο του συστήματος. Ενώ υποχρεωτικές παραστάσεις δεν θεσπίστηκαν ποτέ σε συμβάσεις μεγάλου αντικειμένου, ιδιωτικές ή διοικητικές, είτε σε διοικητικές διαδικασίες μεγάλου αντικειμένου.

Ταυτόχρονα το ελλιπές κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα στην περίπτωση της δωρεάν παροχής έννομης προστασίας υπήρξε πάντα μηδενικό. Οχι μόνον δεν προέβλεπε διορισμό δικηγόρων για φτωχούς με πληρωμή τους από το Δημόσιο, αλλά μεταχειριζόταν πάντα τα δικαστήρια είτε ως «φουσκωτό» για την εξασφάλιση των αξιώσεων του Δημοσίου, είτε ως εισπρακτικό μηχανισμό από τα δικαστικά ένσημα, εξαγορές ποινών, παράβολα κ.λπ.

Τα πινάκια στα δικαστήρια δεν γέμισαν από τη «δικομανία των Ελλήνων», που ατεκμηρίωτα αρκετοί παπαγάλιζαν ως αιτία της καθυστέρησης των δικών, αλλά από τη «δικομανία του νομοθέτη», που ποινικοποιούσε κάθε διοικητική παράβαση και οφειλή προς το Δημόσιο και ανάγκαζε τις υπηρεσίες του να φορτώνουν με εκατοντάδες χιλιάδες αυτεπάγγελτες μηνύσεις τις Εισαγγελίες κάθε χρόνο.

Ετσι η δικηγορία στην Ελλάδα δεν απέκτησε ποτέ τα χαρακτηριστικά των προηγμένων δυτικών εταίρων μας (κλεψύδρα, χρονοχρέωση, πλέον αμοιβή 10% και άνω). Και οι δικηγόροι, που από τα τέλη του 19ου ήδη αιώνα παραπονούνταν επίσημα για δικηγορικό πληθωρισμό (συμπεριλαμβανομένων στον πληθυσμό τους και των δικολάβων), δεν έγιναν ποτέ στο σύνολό τους μέρος της ελίτ της χώρας αλλά έμειναν στα μεσοστρώματα, αναπτύσσοντας μία δομή αντίστοιχη με τη δομή της ελληνικής οικονομίας. Μικρομεσαία, ατομική, μαχόμενη κυρίως δικηγορία, προσαρμοσμένη στην προσωπική σχέση εμπιστοσύνης με τον πελάτη, ταγμένη συχνά να υπηρετεί τους πλούσιους, αλλά να τρέφεται από τους φτωχούς. Με δελεαστικά στοιχεία το κύρος του τίτλου της και το φωτοστέφανο του πρώτου επιστημονικού συλλόγου της χώρας για τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.

Αντίστοιχη ήταν και η συνείδηση που ανέπτυξαν οι δικηγόροι στην Ελλάδα. Η κατάταξή τους στα μεσοστρώματα τους ώθησε σε αντίστοιχη συντηρητικοποίηση ή ριζοσπαστικοποίηση, ανάλογα με τα ξεσπάσματα των περιόδων. Ωστόσο, η δικηγορία των δικαιωμάτων νίκησε τη δικηγορία των συμφερόντων και έδωσε το στίγμα της στους κοινωνικούς αγώνες. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών ακόμα και με συντηρητικές ηγεσίες, στάθηκε συχνά στην πρώτη γραμμή της υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών γιατί αυτό το επέτασσε η συνείδηση που είχαν αποκτήσει τα μέλη του.

Αυτή η δικηγορία των δικαιωμάτων, που η αξιοπρέπειά της δοκιμάζεται καθημερινά από την οικονομική κρίση και την πολλαπλή άμεση και έμμεση υποβάθμισή της σε περιβάλλον αναίρεσης των συνταγματικών δικαιωμάτων και εντεινόμενου αυταρχισμού, έρχεται τώρα αντιμέτωπη με τη διάσπαση του πτυχίου της Νομικής, μία θεσμική απειλή της ίδιας της σύστασής της.

Δικηγόρος, μέλος του ΔΣΑ

enet.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *