Τα ερωτήματα του σήμερα και οι αντιφάσεις του ‘40

image002Πηγή: Κώστας Παλούκης – «Πριν»

Το ΕΑΜ ως πρότυπη μετωπική πολιτική

Ο Μεσοπόλεμος αντιμετωπίζεται σαν παιδική ηλικία του κινήματος

Η περίοδος του Μεσοπολέμου αντιμετωπίζεται από την ελληνική Αριστερά και την αριστερή ιστοριογραφία συνήθως σαν προϊστορική εποχή του κυρίως ιστορικού χρόνου, δηλαδή της Κατοχής και της ΕΑΜικής Αντίστασης. Κατ’ αναλογία το ΕΑΜ θεωρείται η πρότυπη για τους έλληνες κομμουνιστές μετωπική πολιτική, ενώ τα πολιτικά μέτωπα του Μεσοπολέμου ιστορικά αποτυχημένα. Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του ΚΚΕ της δεκαετίας του 1940 αντιμετωπίζουν την προηγούμενη δράση τους σαν την ατομική τους προϊστορία, από την παιδική αριστερίστικη ηλικία στην ώριμη ενηλικίωση. Αυτή την οπτική κληροδότησαν στις επόμενες γενιές και σύντομα αυτή η αναπαράσταση μετατράπηκε σε έναν κοινό τόπο. Τα πρώτα βιβλία για την ιστορία του ΚΚΕ αναπαρήγαγαν αυτήν την αναπαράσταση ανεξάρτητα από κομματική προέλευση. Προφανώς αυτή η στάση δεν είναι τυχαία.

Η Αριστερά της εποχής της αντίστασης συνδέθηκε πρώτη φοράμε ευρύτατα εργατικά, αγροτικά και γενικότερα λαϊκά στρώματα, δημιούργησε δημοκρατικούς θεσμούς αυτοδιοίκησης του λαού. Κυρίως όμως συγκρότησε ένοπλο στρατό, αντιπαρατέθηκε με τους καταχτητές και απελευθέρωσε τη χώρα διατηρώντας ανοιχτό το ερώτημα της κατάληψης της εξουσίας, άσχετα εάν εντέλει επέλεξε την παραχώρησή της ουσιαστικά στους αστούς και Βρετανούς προσδοκώντας το δικαίωμα της διεκδίκησής της μέσα από τη «νομιμότητα». Στη συνέχεια συγκρούστηκε ένοπλα δυό φορές με την ελληνική αστική τάξη, την πρώτη στα αστικά κέντρα και τη δεύτερη στα βουνά, και ηττήθηκε.

Αυτό το τεράστιο μνημονικό «βουνό» της δεκαετίας του 1940, φορτωμένο με τραύματα, ερωτήματα, αποσιωπήσεις, φόβο, αυτολογοκρισία και ενοχές, έκρυψε με τη σκιά του τις προηγούμενες εποχές. Η ΕΑΜογενής Αριστερά (ΚΚΕ, ΚΚΕ Εσ., μ-λ ρεύματα) είχε να διαχειριστεί τη μεγάλη ήττα και να ξανασηκωθεί όρθια. Τα μάτια λοιπόν δεν μπορούσαν να ξεφύγουν ποτέ από τη μεγάλη εκείνη εποχή και αναζητούσαν εκεί τις απαντήσεις στα ερωτήματα τού εκάστοτε παρόντος. Μόνον οι τροτσκιστές αναζητούσαν απαντήσεις στις προηγούμενες εποχές. Για εκείνους η μεγάλη εποχή ήταν ο Μεσοπόλεμος, αφού οι στρατηγικές επιλογές τους κατά την περίοδο της Αντίστασης και των αρχειομαρξιστών την εποχή του Εμφυλίου οδήγησαν τους πρώτους στο περιθώριο των εξελίξεων και τους δεύτερους στην ενσωμάτωση στο αντικομμουνιστικό μεταπολεμικό καθεστώς.

Τα ερωτήματα του σήμερα και οι αντιφάσεις του ‘40

Ηδη από το 1934 το ΚΚΕ θέτει το ζήτημα της υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας από τον ελληνικό φασισμό, της εθνικής ανεξαρτησίας-ελευθερίας της χώρας απέναντι στη διπλή εξάρτηση από ντόπιο και ξένο κεφάλαιο και της ακεραιότητάς της σε μια ενδεχόμενη επίθεση από τον ξένο φασισμό. Σε αυτήν την κατεύθυνση υιοθετεί το σχέδιο ενός πλατιού δημοκρατικού αντιφασιστικού μετώπου και προτάσσει το όραμα μιας λαϊκής δημοκρατίας.
Τομή σε αυτές τις διεργασίες είναι το 7 ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς επιφέροντας μια μεγάλη ρήξη με τις παρακαταθήκες του 1917, ενώ αντανακλά σοβαρές ανακατατάξεις εντός της ΕΣΣΔ.

Η γενιά της επανάστασης αισθανόταν ότι το αυταρχικό μοντέλο έπρεπε να τελειώσει και διεκδικούσε την ανατροπή του Στάλιν στην κατεύθυνση της ολοκλήρωσης των αιτημάτων του Οκτώβρη. Η ηγεσία όμως της ΕΣΣΔ αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο της ανατροπής της και εξόντωσε όλη εκείνη τη μεγάλη ιστορική γενιά της επανάστασης. Είναι φανερό ότι βαθαίνει η αντεπάνασταση και αποκόβεται κάθε σχέδιο οικοδόμησης του σοσιαλισμού.
Το σοβιετικό κράτος εισέρχεται στη διεθνή σκακιέρα όχι σαν κράτος-απειλή αλλά ως ισότιμος συνομιλητής.

Οι αλλαγές στην ΕΣΣΔ χαιρετίζονται στο εξωτερικό από κυβερνήσεις και αστικές εφημερίδες, παρά τις κριτικές για τις δίκες. Η εθνική στροφή της ΕΣΣΔ επιτρέπει στην ηγεσία της μια ευέλικτη διπλωματία που μπορεί να δικαιολογεί συμμαχίες τη μια φορά με τη δημοκρατική Γαλλία και την άλλη με τη φασιστική Γερμανία. Αυτή η στροφή σημαίνει για τα κομμουνιστικά κόμματα σε διεθνές επίπεδο μια νέα ιστορική φάση ανάπτυξης και μαζικοποίησης, μετά τη μακρά περίοδο του σοσιαλφασισμού και τις καταστροφικές συνέπειες σε Γερμανία και άλλες χώρες. Και αυτή η αίσθηση της επιτυχίας ήταν τόσο σημαντική ώστε νομιμοποίησε όλες αυτές τις αλλαγές. Παράλληλα όμως, η ευέλικτη διπλωματική πολιτική της ΕΣΣΔ προκάλεσε τεράστιες αντιφάσεις στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, όπως το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ.

Χωρίς να λάβει κανείς υπόψη του αυτές τις διεργασίες δεν είναι δυνατό να κατανοήσει την τεράστια σύγχυση μέσα στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα. Γι’ αυτό το βιβλίο της ΚΕ του ΚΚΕ συμβάλλει θετικά στο διάλογο. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να μη σχολιάσει πως εντέλει το ενδιαφέρον είναι η νομιμοποίηση της σημερινής γραμμής επιλέγοντας το «παρελθόν» που του ταιριάζει.

Το ΚΚΕ είχε αναχθεί στον βασικό και κύριο πολιτικό εχθρό του βασιλομεταξικού καθεστώτος. Την ίδια στιγμή ουσιαστικά διαλύεται και ένα μέρος του, το μεγαλύτερο, ακολουθεί το χαφιέδικο τμήμα του είτε συνειδητά ως όργανο της Ασφάλειας είτε πιστεύοντας πως με αυτόν τον τρόπο εκφράζει καλύτερα την πολιτική του γραμμή. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να εξηγήσουμε πολιτικά το συνειδητό πέρασμα στο άλλο στρατόπεδο, αλλά και το γεγονός ότι ένα μεγάλο κομμάτι της βάσης αποδεχόταν και υιοθετούσε τις κατευθύνσεις της χαφιέδικης ηγεσίας. Το βιβλίο προσπαθεί να αγγίξει αυτό το ζήτημα δικαιώνοντας την τίμια κεντρική επιτροπή, ενώ παρουσιάζει τμήμα της βάσης να ανησυχεί και να προβληματίζεται.

Κατά την άποψή μου, τρεις είναι οι σημαντικοί παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Ο πρώτος είναι οι απογοητεύσεις των μελών του ΚΚΕ, ο δεύτερος η δυνατότητα ιδεολογικών συγκλίσεων που προσφέρει το βασιλομεταξικό καθεστώς σε ένα κόμμα με χαρακτηριστικά εθνικού μπολσεβικισμού και κοινό εχθρό έναν παλιό διεθνιστικό κομμουνισμό, και ο τρίτος η υλική διάσταση των κοινωνικών κατακτήσεων που το βασιλομεταξικό καθεστώς προσφέρει. Συνολικά η προσπάθεια αυτή του καθεστώτος δεν είναι άσχετη με τη δική του πορεία φασιστικοποίησης και αναζήτησης βαθιών πολιτικών ερεισμάτων μέσα στα εργατικά στρώματα. Από την άλλη υπάρχουν όλες οι δυνατές προϋποθέσεις τόσο στην κοινωνία όσο και στην ιδεολογία αφού ο «νέος μαρξισμός» μετά το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ μπορεί να διαβαθμίζει τους φασισμούς σε καλούς και κακούς. Δημιουργείται δηλαδή ένα νέο «κριτήριο» για το φασισμό που μπορεί να αφομοιωθεί δημιουργικά σε εποχές σύγχυσης.

Το γράμμα του Ζαχαριάδη προσφέρει ιδεολογική νομιμότητα στη γενικότερη πολιτική εξέλιξη του ΚΚΕ, σφραγίζοντας τη λογική της εθνικής ενότητας με όρους υποταγής στη βρετανόφιλη ελληνική αστική τάξη, αλλά ταυτόχρονα και τις κατευθύνσεις πώς ο ίδιος ο λαός θα δώσει τον αντιφασιστικό αγώνα. Γι’ αυτό παραμένει ένα αντιφατικό ντοκουμέντο και κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί.

Το 1945 ο Τσόρτσιλ, περιγράφοντας την εξέγερση του Δεκέμβρη, δικαιολογούσε τη βρετανική επέμβαση κατηγορώντας τους έλληνες κομμουνιστές ότι δεν είναι αυθεντικοί κομμουνιστές, όπως ο Στάλιν, αλλά τροτσκιστές και χαρακτήριζε την ίδια την εξέγερση τροτσκιστική. Αυτά τα λόγια αναπαρήγαγαν όλες οι ελληνικές αστικές εφημερίδες επιζητώντας την άνευ όρων υποταγή των δυνάμεων του ΚΚΕ. Προφανώς και αυτό δεν ίσχυε. Το ΚΚΕ και μαζί του όλο το αντιστασιακό κίνημα ηττήθηκε γιατί ακριβώς ακολουθούσε τη λογική της συναίνεσης διεκδικώντας με τα όπλα καλύτερους όρους. Θα πρέπει να είναι κοινός τόπος ότι στην πολιτική των λαϊκών μετώπων υπάρχουν δύο αναμφισβήτητα δεδομένα. Το πρώτο είναι ότι δημιούργησε τις προϋποθέσεις της νικηφόρας μαζικότητας, το δεύτερο είναι ότι αυτή η νικηφόρα δυνατότητα εξ ορισμού εμποδιζόταν.

Αν και κάθε νέα εποχή έχει τις δικές τις ιδιαίτερες συνθήκες, ωστόσο δεν μπορούμε να αποκόψουμε τη ματιά από το παρελθόν, γιατί το παρελθόν είναι το μόνο δεδομένο με το οποίο μπορούμε να αναμετριόμαστε. Συνεπώς πρέπει να αναζητήσουμε στο παρόν με βάση τα σημερινά δεδομένα μια σύγχρονη επαναστατική τακτική, που δεν θα είναι συνάμα ούτε σεχταριστική ούτε ρεφορμιστική. Δεν μπορούμε να στοιχηθούμε πίσω από τη μία ή την άλλη γραμμή του παρελθόντος, ούτε όμως και να το πετάξουμε όλο στα σκουπίδια.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *