Ανδρέας Μπαρτζώκας: Πώς αποδράσαμε από τα Βούρλα [BINTEO]

191302-mpartzokastelikiΟ Ανδρέας Μπαρτζώκας είναι ιστορική μορφή της Αριστεράς και ένας από τους πρωταγωνιστές της θρυλικής απόδρασης από Βούρλα το 1955. Πέθανε στις 3 Δεκεμβρίου του 2015, στα 90 του χρόνια. Η κηδεία του έγινε σήμερα στο Μαρούσι.

Η κινηματογραφική απόδραση τού 1955 έχει καταγραφεί στο ντοκιμαντέρ «Απόδραση από τα Βούρλα» του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα και σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες, ενέπνευσε την γνωστή ταινία «Η Μεγάλη απόδραση», ενώ είχε μεγάλο αντίκτυπο στο εξωτερικό και την Ελλάδα.

Η συνέντευξη που ακολουθεί, είναι η προσωπική μαρτυρία του Ανδρέα Μπαρτζώκα για το ντοκιμαντέρ. Ο Ανδρέας Μπαρτζώκας είναι ο πατέρας του Γιώργου Μπαρτζώκα, πρώην προπονητή της ομάδας μπάσκετ του Ολυμπιακού και κορυφαίου Ευρωπαίου προπονητή το 2013.

Απόσπασμα από τη μαρτυρία του Ανδρέα Μπαρτζώκα

Την πρώτη σκέψη για την απόδραση την κάναμε με τον Μήτσο Δάλα. Αυτός έκανε την πρώτη συζήτηση με τον Τσακίρη. Η σκέψη συμπεριλάμβανε ορισμένους κρατούμενους που υπήρχε κίνδυνος να καταδικαστούν και σε θάνατο για παράβαση του νόμου 375, περί κατασκοπείας. Βέβαια από την πλευρά του κόμματος (ΚΚΕ), απαγορεύονταν οι αποδράσεις.

Η απόφαση

Την ιστορία αυτή την ξεκινήσαμε μόνοι μας. Στην πορεία – είχαμε ήδη φτάσει στα επτά μέτρα τη σήραγγα που σκάβαμε – τους το γνωστοποιήσαμε. Ότι σχεδιάζαμε να φύγουμε. Πάντως μόνοι μας ξεκινήσαμε, προμηθευτήκαμε όσα χρειαζόμασταν και τα κάναμε όλα. Το ΟΚ το πήραμε στην πορεία.

Διαλέξαμε στην αρχή το κελί εφτά που ήταν δίπλα στα πλυντήρια. Στόχος να σπάσουμε τον τοίχο και να βγούμε από εκεί. Αυτό κρίθηκε επικίνδυνο γιατί υπήρχαν σκοπιές απ’ έξω. Διαλέξαμε τελικά το κελί δέκα τρία. Και οι συγκρατούμενοί δεν το πήραν χαμπάρι. Ήμασταν όλοι υπόδικοι για παράβαση του νόμου 375 και κατά κάποιο τρόπο σε όλους δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ασχολούμασταν με την υπεράσπισή μας και ετοιμάζαμε τις απολογίες μας.


Ρεπορτάζ χωρίς Σύνορα: Απόδραση από τα Βούρλα Α’ Μέρος 

Ο σχεδιασμός

Έτσι απομονωθήκαμε, κλειστήκαμε στον εαυτό μας και κόψαμε τα νταραβέρια με φίλους απ’ έξω. Αυτοί που είχαν άμεση γνώση, ήμασταν αυτοί που φτιάξαμε το κελί δεκατρία. Ο Βαρδής Βαρδινογιάννης, ο Σταύρος Σιδέρης, ο Μήτσος Μυριανθόπουλος, η αφεντιά μου και από τις επτά Μαΐου και μετά προσετέθη και ο Μιχάλης Κολοκοτρώνης. Γνώριζαν επίσης ο Δήμαρχός μας, ο Αλέκος Παπούλιας, που ήταν σε επαφή με τη Διεύθυνση αρχιφυλακείου αλλά και ο Στέλιος Πάσης, νοσοκόμος της φυλακής.

Από κει και πέρα έμπαιναν σιγά – σιγά στη «Φιλική Εταιρεία», όπως την λέγαμε, όσοι χρειάζονταν. Δεν το ήξεραν όλοι – και οι 27 – μέχρι το τέλος. Σε μερικούς το είπαμε στο τέλος. Μάλιστα ο Ηρακλής ο Γερολυμάτος, υπόδικος και αυτός, δεν δέχτηκε και δεν ήρθε. Γενικά, το ήξεραν όσοι έπρεπε να το ξέρουν.

Όταν επιλέξαμε το κελί δέκα τρία έπρεπε να δούμε πού θα βγαίναμε. Απέναντι από την Μάντρα της φυλακής, υπήρχε ένα εργοστάσιο παραγωγής λουλακιού. Στο εργοστάσιο υπήρχαν αποδυτήρια όπου οι εργάτες άφηναν τα ρούχα τους. Μετά τη δουλειά πλένονταν εκεί, φορούσαν πάλι τα ρούχα τους και έφευγαν. Από εκεί θα φεύγαμε. Στείλαμε κοπέλες, την Ειρήνη Πετρουλάκη (μνηστή του Θόδωρου Βασιλόπουλου), τη Λένα Χριστοδούλου και έκαναν κατόπτευση του χώρου.


Αρχίσαμε να ανοίγουμε τη σήραγγα με ένα μικρό κοπιδάκι, ένα καλέμι μικρό και μια βαριοπούλα που μπορούσε να δικαιολογήσει ο Γιώργος Χατζηπέτρος που ήταν ο υδραυλικός μας. Πρώτα σκάψαμε προς τα κάτω. Δυόμισι μέτρα. Μετά πήραμε την ευθεία. Δέκα οκτώ μέτρα μέχρι να βγούμε στα αποδυτήρια.

Το εγχείρημα είχε πολλά προβλήματα. Κατ’ αρχήν τη φυλακή την παρακολουθούσαν συνεχώς. Υπήρχε φύλακας μονίμως που έκανε βόλτες πάνω – κάτω. Για να κλείσουμε την τρύπα φτιάξαμε μια πλάκα από τσιμέντο και την εφαρμόζαμε επάνω. Κλείναμε δηλαδή την τρύπα όταν σταματούσαμε να δουλεύουμε. Η πρώτη πλάκα δεν εφάρμοζε καλά. Φτιάξαμε δεύτερη και τρίτη.

Όταν σκάβαμε ήταν επικίνδυνα. Αποπνικτικά. Είχαμε και κατολισθήσεις από τα πλάγια. Το χώμα και τις πέτρες τις βγάζαμε πάνω στο κελί. Τα χωρίζαμε και κάναμε επεξεργασία. Τα βάζαμε μέσα σε σακούλες, κάλτσες και σεντόνια και τα μεταφέραμε σε αποχωρητήρια εκεί τα διαλύαμε με νερό για να φύγουν.

Στο παράθυρο του κελιού είχα βάλει δυο καθρεφτάκια ξυρίσματος. Για να παρακολουθώ το φύλακα που έκοβε βόλτες. Υπήρχε και σκηνοθεσία. Είχαμε φτιάξει δυο ομάδες βόλεϊ που έπαιζαν έξω από το κελί. Το ραδιόφωνο ήταν στη διαπασών για να μην ακούγεται ο θόρυβος από το σκάψιμο. Είχαμε κι έναν δυο ψευτομαστόρους. Υποτίθεται ότι κάτι μαστόρευαν έξω από το κελί. Και φυσικά κάποιος απασχολούσε το φύλακα. Συνήθως ο Παπούλιας.

Η απόδραση 

Ξεκινήσαμε, αν θυμάμαι καλά, 17 Μαρτίου το 1955. Η δουλειά κράτησε τέσσερις μήνες. Περίπου 15 μέρες είχαμε διακόψει γιατί μας πήρανε χαμπάρι. Την ημέρα εκείνη ήταν Κυριακή. Την επιλέξαμε γιατί όλοι οι κρατούμενοι είχαν πάρει συσσίτιο και είχαν ξαπλώσει. Ακόμη κι αυτοί που συμμετείχαν στην απόδραση.

Ο Αλέκος Παπούλιας, ο Δήμαρχος, απασχολούσε τον φύλακα που ήταν ο Βλαχάβος. Ήταν κουστουμαρισμένος και έλεγε διάφορα παραμύθια ότι περίμενε επισκεπτήριο την κόρη του. Του έλεγε και ιστορίες από το αλβανικό μέτωπο και κάτι σόκιν και ο φύλακας ήταν απορροφημένος.

Εμείς οι άλλοι προχωρούσαμε. Κάθε ένας έμπαινε στο κελί. Φόραγε τα καλά του. Πάνω από τα παπούτσια κάλτσες, πάνω από τα ρούχα πιτζάμες και στο κεφάλι σαρί και μαντίλι γιατί θα μπαίναμε μέσα στα χώματα. Μπαίναμε καθ’ ομάδες, τέσσερις – τέσσερις ή πέντε – πέντε. Όταν μια ομάδα έφτανε στο τέλος, τραβούσε το σκοινί. Ήταν το σύνθημα. Ξεκινούσε η επόμενη ομάδα. Εγώ πήγα στη δεύτερη ή τρίτη ομάδα, με τον Βαρδή.

Αγωνία είχαμε. Περίεργα συναισθήματα. Αλλά είχαμε προετοιμαστεί. Ήμασταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε διάφορες δυσκολίες. Υπήρχε περίπτωση να μας σκοτώσουν αν μας έπιαναν. Θα είχαν δικαίωμα.

Φτάνοντας στα αποδυτήρια, πετάγαμε τα από πάνω και μέναμε με τα καλά μας. Ψευτοχτενιζόμασταν και βγαίναμε. Προχωρούσαμε στην Κανελλοπούλου. Εγώ με τον Βαρδή πήραμε ταξί, μετά δεύτερο και πήγαμε στην πόλη. Είχαμε φροντίσει όλοι να πάμε σε ένα σπίτι να κρυφτούμε προσωρινά.

Μετά την απόδραση

Ήδη στις πέντε άρχισαν να παίζουν όλα τα ραδιόφωνα: «Σήμερον την μεσημβρίαν… επικίνδυνοι κομμουνιστές» και άρχιζαν με το δικό μου όνομα. «Μπαρτζώκας ύψος 1,84, μαλλιά καστανά, μάτια…». Σε έξι μέρες μας επικηρύξανε.

Φύγαμε από εκεί και πηγαίναμε σε διάφορα συγγενικά σπίτια. Στις έξι – εφτά ημέρες έκαναν ντου από εκεί που φύγαμε. Εγώ με τον Βαρδή πήγαμε σε μια μονοκατοικιούλα. Στην αυλή είχε ένα πηγαδάκι. Χωθήκαμε μέσα. Μας φέρανε λίγο φαΐ και εφημερίδες να διαβάζουμε. Τη δεύτερη ημέρα η ΒΡΑΔΥΝΗ είχε ένα σκίτσο. Τον Καραμανλή, τότε υπουργό Δημοσίων Έργων που ρωτάει τον σκοπό στη φυλακή «πού είναι αυτοί να τους αναθέσουμε ένα έργο;». Είναι χαρακτηριστική αυτή η γελοιογραφία της ΒΡΑΔΥΝΗΣ.

Από εκεί και πέρα δεν ήξερε ο ένας πού πηγαίνει ο άλλος. Δεν έπρεπε, γιατί υπήρχε κίνδυνος. Τον Σταύρο Σιδέρη τον έπιασαν την τρίτη ημέρα. Έφαγε το ξύλο της χρονιάς του. Κάποιοι έφυγαν έξω, όπως ο Λεωνίδας Τσιφρώνης, ο Σταύρος Καράς. Άλλοι έμειναν εδώ και σιγά – σιγά πιανόντουσαν. Εμένα με έπιασαν μετά από έξι – επτά μήνες. Είχα αναπτύξει και πάλι πολιτική δραστηριότητα.

Η απόδραση, ήταν πάντως ένα γεγονός που μας σημάδεψε.

Πηγή: tvxs

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *