Κάποιος που παρακολουθεί στοιχειωδώς τις εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ δύσκολα μπορεί να αποκωδικοποιήσει την πολιτική λογική που υπηρετεί σήμερα ο Σωκράτης Φάμελλο. Η διαγραφή του Παύλου Πολάκη δεν αποτελεί απλώς μια εσωκομματική πειθαρχική κίνηση. Αποκαλύπτει βαθύτερα πολιτικά αδιέξοδα, αντιφάσεις και έναν ιδιότυπο ρεφορμισμό που έχει χάσει ακόμα και την εσωτερική του συνοχή.
Ο Πολάκης δεν είναι ένα περιθωριακό στέλεχος. Παραμένει ίσως η μοναδική φυσιογνωμία μέσα στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ που διατηρεί οργανική επαφή με ένα τμήμα της κομματικής βάσης, ιδιαίτερα με κόσμο που προέρχεται από τα αντιμνημονιακά και λαϊκά ρεύματα της προηγούμενης δεκαετίας. Το γεγονός ότι στις εσωκομματικές διαδικασίες άγγιξε το 43,51%, απέναντι στο 49,41% του Φάμελλου, δείχνει ότι δεν πρόκειται για «παραφωνία», αλλά για υπαρκτό πολιτικό ρεύμα στο εσωτερικό του κόμματος.
Κι όμως, αυτό το στέλεχος επιλέγει να διαγράψει ο Φάμελλος. Οχι επειδή ο Πολάκης κάλεσε σε διάσπαση ή συγκρότησε ανταγωνιστικό μηχανισμό, αλλά αντίθετα επειδή επιμένει δημόσια ότι τα μέλη και οι φίλοι του ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να αποχωρήσουν από το κόμμα. Ακόμα και μετά τη διαγραφή του, ο Πολάκης μιλά για «ανασύνταξη» του χώρου και όχι για εγκατάλειψή του.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η πολιτική αντίφαση.
Την ίδια στιγμή που η ηγεσία εμφανίζεται αμείλικτη απέναντι σε έναν εσωκομματικό αντίπαλο με λαϊκή επιρροή, δείχνει αξιοσημείωτη ανοχή απέναντι σε στελέχη και βουλευτές που ανοιχτά συζητούν τη μετάβαση σε νέο πολιτικό μόρφωμα υπό τον Αλέξη Τσίπρα και την αυτοδιάλυση του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ.
Με απλά λόγια: ο Φάμελλος διαγράφει αυτόν που λέει «μείνετε στο κόμμα» και ανέχεται αυτούς που λένε «το κόμμα τελείωσε».
Αυτό δεν είναι απλώς πολιτική αδεξιότητα. Είναι έκφραση βαθιάς στρατηγικής κρίσης.
Ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει εγκλωβισμένος ανάμεσα σε τρεις αλληλοσυγκρουόμενες πραγματικότητες:
➽ την κατάρρευση της κοινωνικής του γείωσης,
➽ την αδυναμία παραγωγής πειστικού αντιπολιτευτικού λόγου,
➽ και την αγωνιώδη αναζήτηση νέας «κεντροαριστερής» ανασύνθεσης γύρω από τον Τσίπρα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Πολάκης αντιμετωπίζεται όχι τόσο ως πολιτικός κίνδυνος λόγω των θέσεών του, αλλά επειδή εκφράζει κάτι που η ηγετική ομάδα φοβάται: την επιβίωση ενός πιο «σκληρού», λαϊκιστικού, αντισυστημικού ύφους που θυμίζει την περίοδο πριν ο ΣΥΡΙΖΑ μετατραπεί σε δύναμη πλήρους κυβερνητικής ενσωμάτωσης.
Ο ρεφορμισμός όμως έχει τους δικούς του σιδερένιους νόμους. Οταν ένα κόμμα οικοδομείται πάνω στη διαχείριση και όχι στη ρήξη, όταν μετατρέπει την «κυβερνησιμότητα» σε υπέρτατη αξία, τότε αργά ή γρήγορα αρχίζει να φοβάται κάθε φωνή που διατηρεί εστω και ελάχιστη επαφή με κοινωνικές διαθέσεις οργής και σύγκρουσης.Και αυτό το αναφέρουμε χωρίς να μας διαφεύγει το πολιτικό παρελθόν τοτ Πολάκη.
Ο Φάμελλος φαίνεται να εκπροσωπεί έναν αποστειρωμένο κοινοβουλευτικό ρεφορμισμό χωρίς κοινωνικό έρεισμα, χωρίς ιδεολογική αυτοπεποίθηση και χωρίς σαφή στρατηγικό προσανατολισμό. Εναν μηχανισμό πολιτικής επιβίωσης που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε παλιούς κομματικούς μηχανισμούς, μιντιακές ισορροπίες και σενάρια ανασύστασης της κεντροαριστεράς.
Γι’ αυτό και οι κινήσεις του μοιάζουν αντιφατικές. Δεν υπηρετούν ένα καθαρό πολιτικό σχέδιο, αλλά μια αγχώδη διαχείριση παρακμής.
Το πραγματικό πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι προσωπικό. Δεν αφορά μόνο τον Φάμελλο ή τον Πολάκη. Είναι η συνολική κρίση ενός πολιτικού χώρου που υποσχέθηκε «ανατροπή», εφάρμοσε μνημόνια, ενσωματώθηκε πλήρως στο σύστημα εξουσίας και σήμερα αδυνατεί να απαντήσει ακόμα και στο στοιχειώδες ερώτημα: γιατί υπάρχει πολιτικά;
Και όταν ένα κόμμα δεν μπορεί να απαντήσει πειστικά γιατί υπάρχει, τότε αρχίζει να διαγράφει τον ίδιο του τον καθρέφτη.


0 Comments