Στις 19 Απρίλη 1943 οι Γερμανοί εισβάλλουν στο εξεγερμένο γκέτο της Βαρσοβίας

Επιμέλεια Αργυρώ Κραββαρίτη

Στις 19 Απριλίου του 1943, την παραμονή του εβραϊκού Πάσχα, οι δυνάμεις της ναζιστικής Γερμανίας εισέβαλλαν στο εβραϊκό γκέτο της Βαρσοβίας στην Πολωνία για να καταπνίξουν την εξέγερση των εγκλείστων. Οι ξεσηκωμένοι Εβραίοι προσπαθούσαν να αποτρέψουν την μεταφορά των εναπομείναντων κατοίκων του Γκέτο σε στρατόπεδα εξόντωσης από τον Ιανουάριο του 1943. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εξέγερση των Εβραίων στη διάρκεια του Ολοκαυτώματος.

Η εξέγερση του γκέτο της Βαρσοβίας

Η Εξέγερση του Γκέτο της Βαρσοβίας (γερμανικά: Aufstand im Warschauer Ghetto, εβραϊκά: מרד גטו ורשה, πολωνικά: Powstanie w getcie warszawskim) ήταν ο ξεσηκωμός των Εβραίων έγκλειστων στο Γκέτο της Βαρσοβίας, στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο Πολωνία, πράξη αντίστασης στην προσπάθεια των Ναζιστών να μεταφέρουν τους εναπομείναντες κατοίκους του γκέτο στο στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα.
Η εξέγερση κατά των Γερμανών ξεκίνησε στις 18 Ιανουαρίου 1943. Το πιο σημαντικό κομμάτι της έλαβε χώρα από τις 9 Απριλίου έως τις 16 Μαΐου 1943, και η εξέγερση τελείωσε όταν η φτωχά εξοπλισμένη αντίσταση συντρίφτηκε από τα γερμανικά στρατεύματα υπό τις διαταγές του Γιούργκεν Στρόοπ. Ήταν η μεγαλύτερη εξέγερση των Εβραίων κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος.

Υπόβαθρο

Κατά το 1940 οι Ναζί άρχισαν να συγκεντρώνουν τα περίπου τρία εκατομμύρια Εβραίων της Πολωνίας σε γκέτο που ιδρύθηκαν για αυτό το σκοπό σε μεγάλες πόλεις της χώρας. Το μεγαλύτερο από αυτά, το γκέτο της Βαρσοβίας, αποτέλεσε τόπο εγκλεισμού περίπου 300.000-400.000 ανθρώπων σε μια περιορισμένη κεντρική περιοχή της πόλης. Χιλιάδες Εβραίοι πέθαναν από τις ασθένειες και την ασιτία στο γκέτο, που διοικούνταν από τον Οντίλο Γκλομπότσνικ και τον Λούντβιχ Χαν, ήδη πριν αρχίσουν οι μαζικές μεταφορές προς το στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα.

Οι ναζιστικές δυνάμεις πραγματοποίησαν τις περισσότερες μεταφορές κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Επιχείρησης Βαρσοβία (Grossaktion Warschau) μεταξύ της 23ης Ιουλίου και της 21ης Σεπτεμβρίου 1942.

Περίπου 254.000 – 300.000 κάτοικοι του γκέτο στάλθηκαν στο θάνατό τους στην Τρεμπλίνκα κατά τη διάρκεια των δυο μηνών που διήρκεσε η επιχείρηση, που διευθυνόταν από τον Oberführer των SS Φέρντιναντ φον Ζάμερν-Φράνκενεγκ (Ferdinand von Sammern-Frankenegg), διοικητή της περιοχής της Βαρσοβίας από το 1941.

Στα καθήκοντά του τον διαδέχτηκε ο διοικητής των SS και της αστυνομίας (SS-und-Polizeiführer) Γιούργκεν Στρόοπ, που στάλθηκε στη Βαρσοβία από τον Χάινριχ Χίμλερ στις 17 Απριλίου 1943, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης.

Ο Στρόοπ ανέλαβε τη διοίκηση όταν ο Ζάμερν απαλλάχτηκε των καθηκόντων του λόγω της ανεπιτυχούς επέμβασής του στο γκέτο. Λίγο πριν αρχίσει η επιχείρηση αποστολής των Εβραίων στα στρατόπεδα εξοντωσης, ο Γερμανός «Επίτροπος Μετεγκατάστασης» Χέρμαν Χέφλε (Hermann Höffle) συγκάλεσε το εβραϊκό συμβούλιο του γκέτο και πληροφόρησε τον αρχηγό του Άνταμ Τσερνιάκοφ για τη «μετεγκατάσταση στα ανατολικά». Ο Τσερνιάκοφ αυτοκτόνησε, όταν κατάλαβε τον πραγματικό σκοπό των σχεδίων των Ναζί.

Όταν άρχισαν οι μεταφορές, τα μέλη του Εβραϊκού κινήματος αντίστασης αποφάσισαν να μην εναντιωθούν στις εντολές των ανδρών της SS, πιστεύοντας ότι οι Εβραίοι στέλνονταν σε στρατόπεδα εργασίας κι όχι εξόντωσης. Ως τα τέλη του 1942 όμως, οι κάτοικοι του γκέτο συνειδητοποίησαν ότι οι μεταφορές αυτές ήταν μέρος μιας διαδικασίας εξόντωσης. Πολλοί από τους εναπομείναντες Εβραίους αποφάσισαν να αντισταθούν.

Οι μάχες

Εξέγερση του Ιανουαρίου 1943

Στις 18 Ιανουαρίου του 1943 οι Γερμανοί άρχισαν το δεύτερο κύμα απελάσεων Εβραίων, που οδήγησε στην πρώτη περίπτωση ένοπλης εξέγερσης μέσα στο γκέτο. Καθώς οικογένειες Εβραίων κρύβονταν στα «αμπριά» τους, Γερμανοί στρατιώτες και μέλη της εβραϊκής αντιστασιακής οργάνωσης (Żydowska Organizacja Bojowa, ŻOB) ενεπλάκησαν για πρώτη φορά σε δυο κατά μέτωπο συγκρούσεις. Σαν αποτέλεσμα, και παρά το γεγονός ότι η ŻOB κατέγραψε σοβαρές απώλειες, οι απελάσεις σταμάτησαν για λίγες μέρες, και μόνο 5.000 Εβραίοι αντί των προβλεπόμενων 8.000 απομακρύνθηκαν από το γκέτο. Εκατοντάδες άνθρωποι μέσα στο γκέτο, ενήλικες και παιδιά, ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν, οπλισμένοι ελαφρά με πιστόλια και λίγα ακόμη όπλα που είχαν μπει λαθραία στο γκέτο.

Δυο αντιστασιακές οργανώσεις, η Εβραϊκή Στρατιωτική Ένωση (Żydowski Związek Wojskowy, ŻZW) και η ŻOB κατέλαβαν τον έλεγχο του γκέτο. Κατασκεύασαν δεκάδες θέσεις μάχης και εκτέλεσαν άτομα που συνεργάζονταν με τους Γερμανούς, ανάμεσα στους οποίους Εβραίους αστυνομικούς του γκέτο, μέλη της υποστηριζόμενης από τους Γερμανούς οργάνωσης Żagiew και πράκτορες της Γκεστάπο. Η ŻOB έφτιαξε μια φυλακή όπου κρατούνταν και εκτελούνταν προδότες και συνεργάτες των Γερμανών. Ο Γιόζεφ Ζερίνσκι, πρώην επικεφαλής της Εβραϊκής Αστυνομίας, αυτοκτόνησε.

Οι συγκρουόμενες δυνάμεις

Εβραίοι εξεγερμένοι

Οι μαχητές του γκέτο (που αριθμούσαν 400 έως 1.000 άτομα κατά τις 19 Απριλίου) ήταν οπλισμένοι -όσοι από αυτούς διέθεταν όπλα- μόνο με πιστόλια και περίστροφα, που είχαν περιορισμένη αξία στη μάχη και ήταν πρακτικά άχρηστα για μεγάλες αποστάσεις. Υπήρχαν μόνο λίγα τουφέκια και αυτόματα που είχαν εισαχθεί λαθραία στο γκέτο. Οι εξεγερμένοι διέθεταν λιγοστά πυρομαχικά, και βασίζονταν εκτεταμένα στους αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς και τα κοκτέιλ μολότωφ. Λίγα ακόμη όπλα πάρθηκαν από τους Γερμανούς ή μπήκαν στο γκέτο κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Στην αναφορά του, ο Στρόοπ αναγράφει ότι οι δυνάμεις του μπόρεσαν να επανακτήσουν τη «λεία» (τον οπλισμό των Εβραίων) που αποτελούνταν από:

Επτά πολωνικά τουφέκια, ένα ρωσικό και ένα γερμανικό τουφέκι, 59 πιστόλια διάφορων διαμετρημάτων, πολλές εκατοντάδες εμπρηστικά μπουκάλια, αυτοσχέδια εκρηκτικά, εκρηκτικούς μηχανισμούς με φιτίλια, μεγάλη ποσότητα εκρηκτικών και πυρομαχικών για όπλα όλων των διαμετρημάτων, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων βλημάτων πολυβόλου. Σχετικά με τη λεία των όπλων, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα ίδια τα όπλα στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ήταν δυνατό να κατασχεθούν, καθώς οι συμμορίτες και οι Εβραίοι, πριν συλληφθούν, τα πετούσαν σε κρυψώνες ή τρύπες των οποίων η θέση δεν μπορούσε να βεβαιωθεί ή ανακαλυφθεί. Η χρήση καπνογόνων στα καταφύγια από τους άντρες μας, έκανε επίσης την έρευνα για συχνά όπλα αδύνατη. Καθώς τα καταφύγια έπρεπε να ανατιναχθούν αμέσως, η μετέπειτα έρευνα ήταν εκτός συζήτησης.

Υποστήριξη από τους Πολωνούς

Η βοήθεια που προερχόταν έξω από το γκέτο ήταν περιορισμένη, αλλά μονάδες της πολωνικής Αντίστασης από την πολωνική Εθνοφυλακή Άρμια Κράγιοβα (Armia Krajowa, AK)[16] και την κομμουνιστική Gwardia Ludowa (GL) (Λαϊκή Πολιτοφυλακή) επιτέθηκαν εναντίον γερμανικών μονάδων κοντά στα τείχη του γκέτο και προσπάθησαν να βάλουν λαθραία όπλα, πυρομαχικά και προμήθειες στο γκέτο, από τα δικά της περιορισμένα αποθέματα. Η AK μετέδιδε επίσης πληροφορίες και εκκλήσεις για βοήθεια στους Εβραίους του γκέτο, τόσο στην Πολωνία όσο και στο εξωτερικό, προς τους Συμμάχους. Πολλοί διοικητές και μαχητές της ŻOB απέδρασαν αργότερα από τους υπονομους με τη βοήθεια των Πολωνών, και μπήκαν στην πολωνική αντίσταση.

Μια μονάδα της ΑΚ, τα «Εθνικά Σώματα Ασφαλείας» (Państwowy Korpus Bezpieczeństwa), υπό τη διοίκηση του Χένρικ Ιβάνσκι, πολέμησε μέσα στο γκέτο στο πλευρό της ŻZW. Σε μια επίθεση τρεις πυρήνες της ΑΚ προσπάθησαν να προκαλέσουν ρήγμα στα τείχη με εκρηκτικά, όμως οι Γερμανοί τους εμπόδισαν. Οι AK και GL συγκρουστηκαν με τους Γερμανούς μεταξύ 19ης και 23ης Απριλίου σε έξι διαφορετικά σημεία έξω από τα τείχη, πυροβολώντας γερμανικές σκοπιές και θέσεις και σε μια περίπτωση προσπαθώντας να ανατινάξουν μια πύλη.

Η συμμετοχή της πολωνικής Αντίστασης στην εξέγερση επιβεβαιώθηκε στην αναφορά του Στρόοπ:
Όταν εισβάλαμε στο γκέτο για πρώτη φορά, οι Εβραίοι και Πολωνοί συμμορίτες πέτυχαν να απωθήσουν τις συμμετέχουσες μονάδες, μεταξύ των οποίων τανκς και θωρακισμένα αυτοκίνητα, μέσω μιας καλά προετοιμασμένης συγκέντρωσης πυρός. (…) Η κύρια εβραϊκή ομάδα μάχης, αναμεμειγμένη με Πολωνούς συμμορίτες, είχε ήδη υποχωρήσει κατά την πρώτη και δεύτερη ημέρα στη λεγόμενα πλατεία Μουρανόφσκι. Εκεί, ενισχύθηκε από έναν σημαντικό αριθμό Πολωνών συμμοριτών. Το σχέδιό της ήταν να κρατήσει το γκέτο με κάθε τρόπο έτσι ώστε να παρεμποδίσει την εισβολή μας. Επανειλημμένα, Πολωνοί συμμορίτες βρήκαν καταφύγιο στο γκέτο και παρέμειναν εκεί ανενόχλητοι, από τη στιγμή που δεν είχαμε στη διάθεσή μας δυνάμεις για να χτενίσουμε αυτό το λαβύρινθο. (…) Μια τέτοια ομάδα μάχης επέτυχε να ανέβει σε ένα φορτηγό σκαρφαλώνοντας από έναν υπόνομο στη λεγόμενη οδό Πρόστα, και διέφυγε με αυτό (περίπου 30 με 35 συμμορίτες)… Οι συμμορίτες και οι Εβραίοι – υπήρχαν Πολωνοί συμμορίτες μέσα σε αυτές τις συμμορίες τις εξοπλισμένες με καραμπίνες, μικρά όπλα, και σε μια περίπτωση ένα ελαφρύ πολυβόλο – ανέβηκαν στο φορτηγό και το οδήγησαν προς άγνωστη κατεύθυνση.

Δυνάμεις των Ναζί

Τελικά, οι προσπάθειες της εβραϊκής αντίστασης αποδείχτηκαν ανεπαρκείς μπροστά στην ισχύ των Γερμανικών δυνάμεων. Οι Γερμανοί διέθεταν κάθε ημέρα μια δύναμη περίπου 2.090 καλά εκπαιδευμένων στρατιωτών, ανάμεσα στους οποίους 821 γρεναδιέρους των θωρακισμένων (Panzergrenadier) – όπως λέγονταν τότε οι άνδρες των Ένοπλων SS (πέντε εφεδρικά και εκπαιδευτικά τάγματα SS και ένα εφεδρικό τάγμα ιππικού της SS) καθώς και 363 Πολωνοί της δοσιλογικής Μπλε Αστυνομίας, που διατάχτηκαν από τους Γερμανούς να φυλάγουν την περίμετρο του τείχους του γκέτο.

Οι υπόλοιπες δυνάμεις προέρχονταν από την αστυνομία τήρησης της τάξης των SS Ordnungspolizei (τάγματα από τo 22o και 23o Συντάγματα), την Υπηρεσία Ασφαλείας των SS (Sicherheitsdienst, SD), την Γκεστάπο της Βαρσοβίας, από δυο τάγματα Μηχανικού Σιδηροδρόμων της Βέρμαχτ, μια αντιαεροπορική πυροβολαρχία της Βέρμαχτ, ένα τάγμα Ουκρανών από το στρατόπεδο εκπαίδευσης της Τελικής Λύσης Τραβνίκι, Λιθουανούς και Λεττονούς εφεδρικούς αστυνομικούς, γνωστούς με το προσωνύμιο Askari, και τεχνικούς εκτάκτων καταστάσεων. Πολωνοί πυροσβέστες αναγκάστηκαν να βοηθήσουν την επιχείρηση. Επιπλέον, ένας αριθμός εγκληματιών και εκτελεστών από τη φυλακή Πάβιακ της Γκεστάπο, που βρισκόταν κοντά, υπό τις διαταγές του Φραντς Μπερκλ, προσφέρθηκαν εθελοντικά να «κυνηγήσουν τους Εβραίους». Οι περισσότεροι Εβραίοι αστυνομικοί, που είχαν απομείνει, εκτελέστηκαν από την Γκεστάπο ή χρησιμοποιήθηκαν κατά την επίθεση και, κατόπιν, επίσης εκτελέστηκαν.

Γερμανική επίθεση

Στις 19 Απριλίου 1943, την παραμονή του εβραϊκού Πάσχα, η αστυνομία και τα εφεδρικά SS μπήκαν στο γκέτο, υπολογίζοντας να ολοκληρώσουν την «Επιχείρηση» μέσα σε τρεις ημέρες. Όμως, υπέστησαν απώλειες καθώς έπεσαν επανειλημμένα σε ενέδρες Εβραίων εξεγερμένων, που τους πυροβολούσαν και τους πετούσαν κοκτέιλ μολότοφ και χειροβομβίδες από στενά, υπονόμους και παράθυρα. Ένα γαλλικής κατασκευής τεθωρακισμένο Lorraine 37L καθώς και ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο πυρπολήθηκαν από τις μολότοφ της ŻOB, και η γερμανική προέλαση ανακόπηκε.

Οι Εβραίοι εξεγερμένοι σημείωσαν αξιόλογη επιτυχία εναντίον του φον Ζάμερν-Φράνκενεγκ, με συνέπεια αυτός να χάσει τη θέση του ως διοικητής των SS και της αστυνομίας στη Βαρσοβία. Αντικαταστάθηκε από τον Γιούργκεν Στρόοπ, που απέρριψε την πρόταση του φον Ζάμερν-Φράνκενεγκ να κληθούν βομβαρδιστικά από την Κρακοβία και προτίμησε να προχωρήσει σε μια καλύτερα οργανωμένη από εδάφους επίθεση.

Η μεγαλύτερη σε διάρκεια υπεράσπιση μιας θέσης έλαβε χώρα γύρω από την πλατεία Μουρανόφσκι, σημείο που έλεγχε η ŻZW, από τις 19 Απριλίου έως τα τέλη του μήνα. Το απόγευμα της 19ης, δυο αγόρια σκαρφάλωσαν στη στέγη του αρχηγείου της εβραϊκής αντίστασης και ύψωσαν δυο σημαίες: την ερυθρόλευκη σημαία της Πολωνίας και τη γαλανόλευκη σημαία της ŻZW. Αυτές οι δυό σημαίες ήταν σε πλήρη θέα από τους δρόμους της Βαρσοβίας και έμειναν στη στέγη του σπιτιού για τέσσερις ολόκληρες μέρες, παρά τις προσπάθειες των Γερμανών να τις αφαιρέσουν. Ο Στρόοπ θυμόταν:

Το ζητημα των σημαιών ήταν μεγάλης πολιτικής και ηθικής σημασίας. Υπενθύμιζε σε εκατοντάδες χιλιάδες την πολωνική υπόθεση, τους συνάρπαζε και ένωνε τον πληθυσμό του Γενικού Κυβερνείου (Generalgouvernement), αλλά ιδιαίτερα τους Εβραίους και τους Πολωνούς. Οι σημαίες και τα εθνικά χρώματα είναι μέσα διεξαγωγής μάχης ακριβώς σαν ένα ταχυβόλο όπλο, σαν χιλιάδες τέτοια όπλα. Όλοι μας το γνωρίζαμε – ο Χάινριχ Χίμλερ, ο Φρίντριχ Κρίγκερ και ο Χαν. Ο Ράιχσφύρερ Χίμλερ βρυχόταν στο τηλέφωνο: «Στρόοπ, πρέπει πάση θυσία να κατεβάσεις αυτές τις δυο σημαίες».

Άλλο ένα τεθωρακισμένο όχημα καταστράφηκε σε μια αντεπίθεση των εξεγερμένων, κατά την οποία σκοτώθηκε και ο διοικητής της ŻZW Νταβίντ Άπφελμπαουμ. Αφότου οι αμυνόμενοι απέρριψαν το τελεσίγραφο του Στρόοπ να παραδοθούν, οι Ναζί άρχισαν να καίνε συστηματικά τα σπίτια τετράγωνο στο τετράγωνο με φλογοβόλα και να ανατινάζουν υπόγεια και υπονόμους. «Μας νίκησαν οι φλόγες, όχι οι Γερμανοί» έλεγε ο ηγέτης της αντίστασης Μαρκ Έντελμαν το 2007.[23] Το 2003, θυμόταν:

Η θάλασσα από φλόγες πλημμύρισε σπίτια και αυλές… Δεν υπήρχε αέρας, μόνο μαύρος, πνιγηρός καπνός και θερμότητα που ακτινοβολούσαν οι πυρακτωμένοι τοίχοι, τα πέτρινα σκαλοπάτια που λαμπύριζαν.[24]
Η ŻZW έχασε όλους τους ηγέτες της και, στις 29 Απριλίου 1943, οι πολεμιστές που απόμειναν απέδρασαν από το γκέτο από το τούνελ της πλατείας Μουρανόφκσι, μετακινούμενοι στο δάσος Μίχαλιν. Αυτό σήμανε και το τέλος της οργανωμένης αντίστασης και των σημαντικών μαχών.

Οι Εβραίοι που απέμειναν στο γκέτο, πολίτες και επιζήσαντες μαχητές, κατέφυγαν σε αυτοσχέδια «αμπριά» που έσκαψαν προσεκτικά μέσα στα καμμένα ερείπια του γκέτο. Οι Γερμανοί στρατιώτες χρησιμοποίησαν σκυλιά για να εντοπίσουν τα κρησφύγετα, και καπνογόνα, δακρυγόνα και δηλητηριώδη αέρια προκειμένου να αναγκάσουν τους Εβραίους να βγουν. Σε πολλές περιπτώσεις, οι Εβραίοι έβγαιναν από τις κρυψώνες τους πυροβολώντας τους Γερμανούς, ενώ ένας αριθμός από γυναίκες αγωνίστριες επιτίθονταν στους Γερμανούς, μετά την παράδοσή τους, με χειροβομβίδες και πιστόλια που είχαν κρυμμένα. Μικρές ομάδες Εβραίων ενεπλάκησαν με γερμανικές περιπόλους σε νυχτερινές συμπλοκές, παρόλα αυτά, όμως, οι γερμανικές απώλειες ήταν ελάχιστες μετά τις δέκα πρώτες μέρες της εξέγερσης.

Στις 8 Μαΐου 1943 οι Γερμανοί ανακάλυψαν το κεντρικό αρχηγείο της ŻOB στον αριθμό 18 της οδού Μίλα (Miła). Οι περισσότεροι ηγέτες της οργάνωσης και δεκάδες μαχητών σκοτώθηκαν, ενώ άλλοι αυτοκτόνησαν ομαδικά με υδροκυάνιο. Ανάμεσα στους νεκρούς βρισκόταν ο διοικητής της οργάνωσης, Μορντεχάι Ανιέλεβιτς. Ο υποδιοικητής Έντελμαν διέφυγε από τους υπονόμους στις 10 Μαΐου μαζί με μια χούφτα συντρόφους του. Δυο μέρες αργότερα, ο επικεφαλής της Γενικής Συνομοσπονδίας Εβραίων Εργατών Λιθουανίας, Ρωσίας και Πολωνίας και μέλος της εξόριστης Πολωνικής κυβέρνησης, Ζμουλ Ζίγκελμπομ αυτοκτόνησε στο Λονδίνο, διαμαρτυρόμενος έτσι για τη μη υποστήριξη των εξεγερμένων από τις δυτικές κυβερνήσεις:

Δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω και να σωπαίνω ενώ τα απομεινάρια των Εβραίων της Πολωνίας, των οποίων είμαι αντιπρόσωπος, δολοφονούνται. Οι σύντροφοί μου στο γκέτο της Βαρσοβίας έπεσαν με τα όπλα στο χέρι στην τελευταία ηρωική μάχη. Δεν μου επετράπη να πέσω όπως και αυτοί, μαζί με αυτούς, αλλά ανήκω σε αυτούς, στον ομαδικό τους τάφο. Με το θάνατό μου, θέλω να εκφράσω την πιο έντονη διαμαρτυρία μου κατά της αδράνειας με την οποία ο κόσμος παρακολουθεί και επιτρέπει την καταστροφή του εβραϊκού λαού.

Θύματα

Περίπου 13.000 Εβραίου σκοτώθηκαν στο γκέτο κατά τη διάρκεια της εξέγερσης (6.000 από τους οποίους κάηκαν ζωντανοί ή πέθαναν από την εισπνοή καπνού). Από τους εναπομείναντες 50.000 κατοίκους του γκέτο, οι περισσότεροι συνελήφθησαν και στάλθηκαν σε στρατόπεδα εξόντωσης, κυρίως στην Τρεμπλίνκα.

Η ημερήσια αναφορά του Γιούργκεν Στρόοπ προς τον Φρίντριχ Κρίγκμαν, γραμμένη στις 13 Μαΐου 1943, ανέφερε:
180 Εβραίοι, συμμορίτες και υπάνθρωποι, εξοντώθηκαν. Η πρώην εβραϊκή συνοικία της Βαρσοβίας δεν υπάρχει πλέον. Οι δράσεις μεγάλης κλίμακας τερματίστηκαν στις 20:15 με την ανατίναξη της Συναγωγής της Βαρσοβίας. (…) Συνολικός αριθμός Εβραίων που αντιμετωπίστηκαν 56.065, συμπεριλαμβανομένων τόσο Εβραίων που συνελήφθησαν όσο και Εβραίους των οποίων η εξόντωση μπορεί να αποδειχθεί. (…) Εκτός από 8 κτίρια (στρατώνες της αστυνομίας, νοσοκομείο και στέγη συνεργείων εργασίας) το πρώην γκέτο καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Μόνο ο διαχωριστικός τοίχος έχει απομείνει όρθιος όπου δεν έγιναν εκρήξεις.

Σύμφωνα με την αναφορά του ιδίου, οι δυνάμεις του είχαν 16 νεκρούς και 86 τραυματίες (οι αριθμοί αυτοί περιελάμβαναν πάνω από 60 μέλη των Waffen-SS, όχι όμως τους Εβραίους δοσίλογους). Ο πραγματικός αριθμός των γερμανικών απωλειών είναι άγνωστος. Για προπαγανδιστικούς λόγους οι επίσημες γερμανικές απώλειες δηλώθηκαν να είναι μόνο μερικοί τραυματίες και κανένας νεκρός, ενώ η Πολωνική Αντίσταση ισχυριζόταν ότι εκατοντάδες Ναζί σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων.

Επακόλουθα

Το πρώην γκέτο

Μετά την εξέγερση, τα περισσότερα από τα αποτεφρωμένα σπίτια κατεδαφίστηκαν και στη θέση τους ανεγέρθηκε το Στρατόπεδο συγκέντρωσης της Βαρσοβίας. Χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν στο στρατόπεδο ή εκτελέστηκαν στα ερείπια του γκέτο. Την ίδια στιγμή, τα SS κυνηγούσαν τους λίγους Εβραίους που κρύβονταν ακόμα στα ερείπια.
Το 1944, κατά την εξέγερση της Βαρσοβίας, το τάγμα Zośka της ΑΚ μπόρεσε να διασώσει 380 Εβραίους φυλακισμένους από το υποστρατόπεδο Gęsiówka, επιζώντες της γερμανικής επιχείρησης στο γκέτο, οι περισσότεροι από τους οποίους μπήκαν αμέσως στην οργάνωση και πολέμησαν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Μικρές ομάδες κατοίκων του πρώην γκέτο κατόρθωσαν επίσης να επιβιώσουν μέσα στους υπονόμους.

Η τύχη των Γερμανών υπεύθυνων

Ο Μπερκλ δολοφονήθηκε από την Πολωνική Αντίσταση στην επιχείρηση Μπερκλ τον Οκτώβριο του 1943. Τον ίδιο μήνα, ο φον Ζάμερν-Φράνκενγκ δολοφονήθηκε σε ενέδρα Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων στην Κροατία.
Οι Γκλομπότσνικ, Χίμλερ και Κρίγκερ ακολούθησαν τη μοίρα του Χίτλερ και αυτοκτόνησαν τον Μάιο του 1945.
Ο Στρόοπ περιέγραψε τη σφαγή των Εβραίων του γκέτο σε μια αναφορά 75 σελίδων – με φωτογραφίες – προς τον Χάινριχ Χίμλερ, ενώ μετά την «επιτυχία» του στη Βαρσοβία τοποθετήθηκε στρατιωτικός διοικητής στην Ελλάδα. Μετά τον πόλεμο καταδικάστηκε ως εγκληματίας πολέμου σε δυο διαφορετικές δίκες και εκτελέστηκε δι’ απαγχονισμού στην Πολωνία το 1952 (ο βοηθός του, Έριχ Στάιντμαν, απαλλάχτηκε λόγω «μηδαμινής ανάμιξης»). Ο Χαν κρυβόταν έως το 1975, οπότε συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Πέθανε στη φυλακή το 1986.

Μνήμη

Μνημείο για την εξέγερση στη Βαρσοβία.

Ορισμένοι από τους επιζώντες της εξέγερσης του γκέτο, γνωστοί σαν «Πολεμιστές του Γκέτο» ίδρυσαν στο Ισραήλ το Κιμπούτζ Lohamey ha-Geta’ot (που σημαίνει Κιμπούτζ των πολεμιστών του γκέτο) που βρίσκεται βόρεια της πόλης Άκκα. Ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη του κιμπούτζ ήταν ο Γιτζάκ Ζούκερμαν, υποδιοικητής της ŻOB, και η γυναικα του Ζίβια Λουμπέτκιν, που διοίκησε μάχιμη μονάδα κατά την εξέγερση. Το 1984 τα μέλη του κιμπούτζ εξέδωσαν το έργο Dapei Edut (Μνήμες Επιβίωσης), τέσσερις τόμους προσωπικών μαρτυριών από 96 μέλη του κιμπούτζ.

Το κιμπούτζ Γιαντ Μορντεχάι, βόρεια της Λωρίδας της Γάζας, ονομάστηκε προς τιμή του Μορντεχάι Ανιέλεβιτς.
Στις 7 Δεκεμβρίου 1970, ο καγκελάριος της τότε Δυτικής Γερμανίας Βίλλυ Μπραντ γονάτισε αυθόρμητα κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του σε ένα μνημείο της εξέγερσης στην Πολωνία. Εκείνη την εποχή η ενέργειά του αυτή προκάλεσε έκπληξη και έγινε σημείο αντιπαράθεσης, από τότε όμως έχει αναγνωριστεί ότι βοήθησε να βελτιωθούν οι σχέσεις ανάμεσα στις δυτικές χώρες και αυτές του τότε Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Το 2008 ο αρχηγός των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων Γκάμπι Ασκενάζι οδήγησε μια ομάδα αξιωματούχων του στρατού στον τόπο της εξέγερσης και μίλησε για τη «σημασία του γεγονότος για τους μαχόμενους στρατιώτες των ΙΕΔ.

Πηγή: el.wikipedia

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Μάρεκ Έντελμαν* Το Γκέτο Πολεμάει

(…) Αφού κάναμε τη σύζευξή μας με τις ομάδες του κεντρικού γκέτο, συνεχίζουμε να πολεμάμε. Και σ’αυτό το τομέα είναι πρακτικά αδύνατο να μετακινηθούμε. Τεράστιες πυρκαγιές κλείνουν ολάκερους δρόμους. Μια θάλασσα από φλόγες εισβάλει στα κτίρια και στις αυλές. Τα ξύλινα δοκάρια τριζοβολάνε, οι τοίχοι καταρρέουν. Δεν υπάρχει αέρας. Δεν υπάρχει παρά ο αποπνικτικός μαύρος καπνός, και η λαύρα από τα καμίνια που ακτινοβολεί και αυτή τους καρβουνιασμένους τοίχους και τις πυρακτωμένες σκάλες. Αυτό που δεν κατάφεραν οι Γερμανοί, το πετυχαίνει τώρα η πανίσχυρη φωτιά.Χιλιάδες πεθαίνουν μέσα στις φλόγες. Η μυρουδιά από τα ψημένα κορμιά σε πιάνει στο λαιμό. Στα μπαλκόνια, στα περβάζια των παραθύρων, στις πέτρινες σκάλες που δεν πήραν φωτιά, κείτονται καρβουνιασμένα πτώματα. Η φωτιά διώχνει τους ανθρώπους από τα καταφύγιά τους, τους ξετρυπώνει από τις κρυψώνες που είχαν ετοιμάσει από καιρό, σε κάποιο σίγουρο μέρος, σε μια σοφίτα ή σ’ένα κελάρι. Χιλιάδες περιφέρονται στις αυλές, κινδυνεύοντας να πιαστούν, να φυλακιστούν ή να σκοτωθούν επί τόπου από τους Γερμανούς.

Θανάσιμα εξαντλημένοι, αποκοιμιόνται κάτω από τις καμάρες, όρθιοι, καθισμένοι ή ξαπλωμένοι, και είναι μέσα στον ύπνο τους που τους χτυπούν οι γερμανικές σφαίρες. Κανείς δεν αντιλαμβάνεται ότι ο γέρος που φαίνεται να κοιμάται κάτω από μια καμάρα δεν θα ξυπνήσει πια. Κανείς δεν παρατηρεί πώς η μητέρα που βλέπουμε να θηλάζει το μωρό της είναι εδώ και τρεις μέρες ένα κρύο πτώμα και πως το μωρό στην αγκαλιά της βυζαίνει κλαίγοντας ένα νεκρό στήθος. Εκατοντάδες άνθρωποι δίνουν ένα τέλος στη ζωή τους πηδώντας από τον τρίτο ή τον τέταρτο όροφο.

Μητέρες γλυτώνουν έτσι τα παιδιά τους από το μαρτύριο της φωτιάς. Ο πολωνικός πληθυσμός τα παρακολουθεί όλα αυτά από την οδό Σβιετόγερσκα και τη πλατεία Κρασίνσκι. Μετά από μια τόσο παραδειγματική τιμωρία του κεντρικού γκέτο και του τομέα του εργοστάσιου βουρτσών, οι Γερμανοί είναι βέβαιοι ότι οι κάτοικοι των άλλων τομέων θα τους εκκενώσουν με τη θέλησή τους. Να γιατί ορίζουν μια τελευταία διορία και σημεία συγκέντρωσης, απειλώντας όσους παρακούσουν ότι θα πάθουν αυτά που μόλις είδαν. Όμως, ούτε τα παρακάλια, ούτε οι απειλές δεν επηρεάζουν το πληθυσμό. Παντού, οι μαχητές μένουν στις θέσεις τους. Εκείνοι στα εργαστήρια Τέμπενς και Σουτς κάνουν ό,τι μπορούν για να δυσκολέψουν τη προέλαση των γερμανικών μονάδων προς το κεντρικό γκέτο.

Από τα μπαλκόνια, τα παράθυρα και τις στέγες, ρίχνουν χειροβομβίδες πάνω στα οχήματα των SS. Πετυχαίνουν μάλιστα ένα αυτοκίνητο που κινείται στην «άρεια ζώνη» και το καταστρέφουν. Μια μέρα, ο Ροζόφσκι και ο Σλόμο, την ώρα που επιθεωρούν τον τομέα, εντοπίζουν ένα καμιόνι που πλησιάζει. Ένα δευτερόλεπτο σκέψης και βρίσκονται και οι δυο τους σε ένα μπαλκόνι από όπου ρίχνουν στο καμιόνι μια βόμβα δυο κιλών, κάνοντας διάνα. Από τους εξήντα SS που μεταφέρει, μόνο πέντε γλυτώνουν. Με τη πέμπτη μέρα, τελειώνει η διορία που έχουν ορίσει οι Γερμανοί για τις «εθελούσιες» αποχωρήσεις. Και τότε προχωράνε στην «ειρήνευση» των τελευταίων τομέων και συναντάνε λυσσαλέα αντίσταση. Δυστυχώς, ελλείψει ηλεκτρισμού, οι από καιρό τοποθετημένες νάρκες είναι άχρηστες. Γίνονται σκληρές μάχες. Οι εξεγερμένοι, οχυρωμένοι στα κτίρια, δεν αφήνουν τους Γερμανούς να μπουν στη περιοχή τους. Και εκεί επίσης, κάθε σπίτι πολεμάει. (…)

Λαβαίνοντας υπόψη τις νέες συνθήκες μάχης, η ΖΟΒ (Εβραϊκή Οργάνωση Μάχης) αλλάζει τακτική. Επιδιώκει να προστατεύσει τις πιο πολυάριθμες ομάδες κατοίκων που κρύβονται στα καταφύγια. Δυο τμήματα της ZOB (εκείνα του Χόχμπεργκ και του Μπέρεκ) βγάζουν πολλές εκατοντάδες ανθρώπους από το καταφύγιο της οδού Μίλα 37, που κατάρρεε, για να τους οδηγήσουν στο Νο 7 του ίδιου δρόμου. Καταφέρνουμε να υπερασπιστούμε επί μια βδομάδα αυτό το μέρος όπου έχουν καταφύγει χιλιάδες άνθρωποι. Έξω, το γκέτο έχει σχεδόν ολοκληρωτικά κατακαεί. Πρακτικά, δεν υπάρχει πια ούτε ένας όρθιος τοίχος, και το χειρότερο, δεν υπάρχει πια νερό. Οι ελεύθεροι σκοπευτές κατεβαίνουν στα καταφύγια μαζί με τους αμάχους για να υπερασπιστούν ό,τι είναι ακόμα δυνατό. Οι μάχες και οι αψιμαχίες γίνονται από εδώ και πέρα κυρίως τη νύχτα. Τη μέρα, το γκέτο είναι ολοκληρωτικά νεκρό.

Μόνον όταν οι δρόμοι βυθίζονται στο σκοτάδι συναντιούνται οι περίπολοι της ZOB και οι περίπολοι των Γερμανών. Ο πρώτος που πυροβολεί βγαίνει νικητής. Οι δικοί μας περιπολούν σε όλο το γκέτο. Κάθε νύχτα σκοτώνονται πολλοί και από τις δυο πλευρές. Οι Γερμανοί και οι Ουκρανοί δεν μετακινούνται παρά σε μεγάλες ομάδες και στήνουν συχνά ενέδρες. Η διοίκηση της ΖΟΒ αποφασίζει να γιορτάσει τη Πρωτομαγιά με μια ξεχωριστή δράση. Πολλές ομάδες κρούσης βγαίνουν στο τομέα, με αποστολή να «κυνηγήσουν» το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό Γερμανών.

Το βράδυ, γίνεται η γιορτή της Πρωτομαγιάς. Σύντομες ομιλίες. Η Διεθνής. Όλος ο κόσμος γιορτάζει αυτή τη μέρα. Σε όλο τον κόσμο, την ίδια ώρα, προφέρονται οι ίδιες δυνατές λέξεις. Ποτέ όμως μέχρι τώρα, δεν τραγουδήθηκε η Διεθνής σε τόσο τραγικές συνθήκες, σε ένα τόπο όπου πέθανε και συνεχίζει να πεθαίνει ένας λαός. Αυτά τα λόγια και αυτό το τραγούδι, που τα καπνίζοντα ερείπια στέλνουν πίσω τον αντίλαλό τους, μαρτυράνε πως η σοσιαλιστική νεολαία πολεμάει μέσα στο γκέτο και πως δεν τα ξεχνάει απέναντι στο θάνατο. (…)

Στις 8 του Μάη, η διοίκηση της ΖΟΒ έχει περικυκλωθεί από τους Γερμανούς και τους Ουκρανούς. Δυο ώρες άγριας μάχης. Όταν οι επιτιθέμενοι διαπιστώνουν πως δεν θα καταφέρουν να καταλάβουν τη θέση, ρίχνουν μια βόμβα αερίου μέσα στο μπούνκερ. Τότε, όποιος δεν έχει σκοτωθεί από γερμανική σφαίρα ή από ασφυξία αυτοκτονεί. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει πια διέξοδος και κανείς δεν διανοείται να πέσει ζωντανός στα χέρια των Γερμανών. Ο Γιούρεκ Βίλνερ καλεί τους μαχητές να αυτοκτονήσουν. Ο Λούτεκ Ρότμπλατ ρίχνει στη μητέρα και την αδελφή του, κατόπιν γυρίζει το όπλο καταπάνω του και πυροβολεί. Η Ρουθ ρίχνει πάνω της εφτά φορές. Έτσι πεθαίνουν σχεδόν το 80% των μαχητών που είχαν επιζήσει και ανάμεσά τους ο Αρχηγός Μορντεχάϊ Ανιέλεβιτς (…)

Πηγη: peacenik-wwwpeacenik.blogspot.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *