Πηγή: Κώστας Βαξεβάνης – Documento
Κάποτε µε τον όρο «ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής» προσπαθούσαµε να αποδώσουµε τον τρόπο µε τον οποίο τα κόµµατα προωθούν οπαδικές λειτουργίες δραπετεύοντας από το πραγµατικό ζητούµενο της πολιτικής. Ο όρος είχε χρησιµοποιηθεί πολλές φορές µέσα στη Βουλή και ήταν άκρως υποτιµητικός. Σήµερα ο ίδιος όρος µπορεί να χρησιµοποιηθεί για να εκφράσει κάτι ακόµη πιο ποταπό: την άνεση και την ευελιξία µε τις οποίες βουλευτές των κοµµάτων µεταπηδούν από το ένα κόµµα στο άλλο χωρίς να χρειαστεί ούτε να αλλάξουν θέση ούτε και να απολογηθούν. Ισως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα (αν και όχι µόνο) είναι της Μαριζέτας Αντωνοπούλου, η οποία ως ΠΑΣΟΚ εµφανίστηκε στην εκποµπή «Χωρίς µακιγιάζ» της Μάγκυ ∆ούση. Στις 29 Μαρτίου 2025 πέρασε από το ΠΑΣΟΚ στον ΣΥΡΙΖΑ έπειτα από προσωπική συνάντηση µε τον Σωκράτη Φάµελλο.
Λίγες µέρες αργότερα, σε εµφάνισή της στην ίδια εκποµπή, απευθυνόµενη στον άλλο καλεσµένο που εκπροσωπούσε τη Ν∆ του είπε: «Φοβάστε όλοι τον Αλέξη Τσίπρα». Χρειάστηκαν µόνο µερικά εικοσιτετράωρα για να κατακτήσει η κ. Αντωνοπούλου τη συνειδητότητα σε βαθµό… Τσίπρα. Φέτος η Μαριζέτα Αντωνοπούλου κάνει εµφανίσεις υπερασπιζόµενη το υπό ίδρυση κόµµα του πρώην πρωθυπουργού.
Φυσικά υπάρχουν πολιτικοί που το όνοµά τους έχει µείνει στην Ιστορία για την ευελιξία τους να µεταβαίνουν από κόµµα σε κόµµα, όπως η µελισσούλα στα λουλούδια. Ο Βασίλης Οικονόµου, νυν βουλευτής της Ν∆, έχει διέλθει σχεδόν από όλο το πολιτικό φάσµα, ενώ ο Νίκος Μπίστης αποτελεί κι αυτός τον συµβολισµό του πολιτικού που κάνει πάντα το σωστό µέχρι να ανακαλύψει πως είναι λάθος και µεταβαίνει σε άλλο κόµµα. Ως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραµµές είναι διασταυρωµένο: ο Ν. Μπίστης είναι στο πλευρό του Αλέξη Τσίπρα. Αλλά µένει και ο χρόνος ως το τυπογραφείο.
Ας αφήσουµε όµως την πλάκα. Οι µεταγραφές των πολιτικών από κόµµα σε κόµµα δεν είναι πλέον η έκφραση της εξυπηρέτησης του πολιτικού τυχοδιωκτισµού ή της προσωπικής αυταπάτης. Είναι πλέον η έκφραση της εκφυλισµένης ουσίας που έχει πλέον η πολιτική. Προχωρώντας προς τις εκλογές, οι πολιτικοί ηγέτες θα αναλωθούν σε κινήσεις τακτικής και σε προσφορά µυστικών ανταλλαγµάτων για να εξασφαλίσουν την προσοδοφόρα µεταγραφή. Τα κόµµατα δεν ιδρώνουν τη φανέλα για να εκφράσουν την κοινωνία και να αποκτήσουν την προτίµηση των ψηφοφόρων, αλλά προσπαθούν να φορέσουν τη φανέλα τους τα λαµπερά, γνωστά, αναγνωρίσιµα πρόσωπα που θα εγκλωβίσουν ψήφους. ∆εν ζούµε το τέλος της πολιτικής. Ζούµε την εποχή που η πολιτική έχει µετατραπεί σε εργαλείο επιβολής, χρησιµοποιώντας καρτελοποιηµένα κόµµατα. Αυτά τα κόµµατα δεν δίνουν µάχη για να ανατραπούν οι κοινωνικές αδικίες, αλλά οι πολιτικοί συσχετισµοί ώστε να οδηγηθούν στην εξουσία και να εναλλάσσονται σαν να εξυπηρετούν ιστορική αναγκαιότητα.
Ως τις εκλογές φαίνεται ότι υπάρχουν σε διαθεσιµότητα αρκετά πολιτικά πρόσωπα και «µετέωροι» βουλευτές, οι οποίοι προκειµένου να απορροφηθούν κάνουν πανοµοιότυπες δηλώσεις όπως «δεν υπάρχουν ιδεολογίες», «δεν υπάρχει δεξιά και αριστερά», «τον ρόλο πλέον δεν τον παίζουν τα κόµµατα αλλά τα πρόσωπα», «είµαι στη διάθεση όποιου ενδιαφέρεται για το καλό της χώρας».
Η πολιτική δεν απέκτησε ξαφνικά οικουµενικά στοιχεία ούτε καταργήθηκαν η πάλη των τάξεων και οι αντιθέσεις. Σε µια χώρα όπου το µόλις 0,7% των καταθετών έχει το 45% των καταθέσεων είναι αυταπόδεικτο ότι δεν µιλάµε για αντιθέσεις αλλά για χάσµα. Απλώς σε µια ζελεδοποιηµένη πολιτική κατάσταση, όπου τα κόµµατα δεν εκφράζουν τα κοινωνικά συµφέροντα αλλά προσπαθούν να εµφανίσουν ως κοινωνικές ανάγκες και πρόοδο την ικανοποίηση των επιχειρηµατικών συµφερόντων (η υπόθεση του Ελληνικού είναι αρκετά εύγλωττη) και τις τακτικές προσωπικής επιβίωσης, η πολιτική φαίνεται να ατονεί. Στην πραγµατικότητα µεταλλάσσεται σε ένα καρκίνωµα. Η αρρώστια γίνεται όλο και πιο βαριά, γιατί ως θεραπεία εµφανίζονται η τεχνοκρατία και η εγκατάλειψη των φυσικών αντιθετικών στοιχείων που οφείλουν να υπάρχουν και να διαφοροποιούν τις πολιτικές.
Παρόλο που η µετατροπή της πολιτικής σε µόρφωµα των αγορών, η οποία οφείλει να µην υπακούει στην ανάγκη διεκδίκησης και αντιπαλότητας, είναι µια εφεύρεση του νεοφιλελευθερισµού και της ∆εξιάς, η «Ριζοσπαστική Αριστερά, η Σοσιαλδηµοκρατία και η Οικολογία» (για να χρησιµοποιήσω έναν προσδιορισµό των ηµερών) έχει την ευθύνη γιατί δεν αντιµετώπισε αυτή την επέλαση. Από τη µία δεν κατάφερε να δηµιουργήσει σύγχρονες πολιτικές αξίες και πρακτικές, ενώ από την άλλη «αγόρασε» όλα τα αφηγήµατα περί «καλής συµπεριφοράς», «πολιτικής ορθότητας», «συµπερίληψης» και «κοσµιωτάτης διαγωγής» που εφόσον υπάρξουν οδηγούν νοµοτελειακά στην επίλυση των προβληµάτων.
Τα κόµµατα της «προόδου» αντικατέστησαν τις διεκδικήσεις για το κράτος δικαίου, την ποιότητα ζωής και την πρόνοια µε κινήµατα αστυνόµευσης των λέξεων (πώς είναι σωστό να αποκαλούµε καθετί) και υποστήριξης των αυτοπροσδιορισµών και κυρίως των πιο γελοίων. Το κακό δεν είναι µόνο ότι µε τον τρόπο αυτό ο χώρος της προόδου αποχωρίστηκε τον πυρήνα της ταξικής ουσίας των πραγµάτων, αλλά ενοχοποίησε το δικαίωµα στην κρίση και την κριτική. Ο χώρος της δηµοκρατίας µετατράπηκε σε υποστήριξη του δικαιώµατος στο παράλογο.
Υπό αυτήν τη λογική και την πρακτική ήταν αναπόφευκτο να επέλθει ο εκφυλισµός. Σήµερα οι δυνάµεις της προόδου συνεχίζουν να αντιµετωπίζουν το πρόβληµα ως προσώπων και όχι πολιτικών και µάλιστα και ως προς τις δύο αναγνώσεις. Από τη µία ο Τραµπ ή ο Μητσοτάκης είναι επιζήµιοι και επικίνδυνοι (απολύτως σωστό), άρα από την άλλη πλευρά χρειάζεται ένα πρόσωπο µε διάθεση ηγεµόνα για να σωθούµε (έως και επικίνδυνο). Αυτό δεν αποτελεί πολιτική λύση αλλά εναλλαγή. Υπάρχει µάλιστα η πιθανότητα αν το πρόσωπο-σωτήρας δεν βασιστεί στην πολιτική, η κοινή γνώµη να επιστρέψει σε αυτόν που υπήρξε επιζήµιος, αφού θα είναι ο αυθεντικός εκφραστής της ίδιας πολιτικής.
Στην Ελλάδα το καθεστώς Μητσοτάκη έχει αποδείξει την επικινδυνότητά του. Η προοδευτική αντιπολίτευση όµως δεν έχει αποδείξει τη δική της πραγµατική διάθεση να τον στείλει στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Τα κόµµατα του προοδευτικού χώρου, τα οποία µάλιστα συµφωνούν στη θεωρητική ανάγκη συµπόρευσης, δεν έχουν επιλέξει έναν πολιτικό και κοινωνικό διάλογο που θα αναδείξει το πλαίσιο συµφωνίας και την ηγεσία, αλλά βάζουν το κάρο µπροστά από τα άλογα. Πάνω στο κάρο, όρθιος αλλά ακίνητος, είναι ο µεσσίας, που καλεί το πλήθος αλλά και τους πιθανούς συµµάχους να τον αποδεχτούν a priori. Αυτός είναι ο ηγέτης, η ενσάρκωση της πολιτικής και το «τέκνο της ανάγκης». Το άλλο µισό βέβαια από τον στίχο του Βάρναλη «κι ώριµο τέκνο της οργής» έχει αποκοπεί κατά τη χρήση ως εκ του περισσού.
Ο καθένας µπορεί να αυτοαναγορευτεί και σε αυτοκράτορα (άλλωστε ο Καλιγούλας έχρισε ύπατο το άλογό του), αλλά η δηµοκρατία και η Αριστερά ήταν πάντα από την άλλη πλευρά της Ιστορίας, υπέρ του διαλόγου και όχι της απονοµής. Οσοι σήµερα στο όνοµα της προόδου προκρίνουν την όποια συγκόλληση γιατί βρέθηκε συγκολλητής, καλό είναι να δουν ιστορικά τι αποτελεί την κόλλα για τις προοδευτικές εξελίξεις.
ΥΓ.: Τώρα που η ΑΕΚ κέρδισε το πρωτάθληµα θυµήθηκα τον θρύλο της οµάδας Μίµη Παπαϊωάννου, που σε µια συνέντευξη µου περιέγραφε πώς δέχτηκε να πάρει µεταγραφή υπό το συγκλονιστικό και πιεστικό επιχείρηµα «έλα, ρε Μίµη, θα σε κεράσουµε και µια πορτοκαλάδα». Ηταν η εποχή που οι µεταγραφές των ποδοσφαιριστών ήταν πιο τίµιες από αυτές των πολιτικών.


0 Comments