Τα νέα exit polls και οι εκτιμήσει που υπάρχουν για τα αποτελέσματα των εκλογών στο Ισραήλ επιβεβαιώνουν το πολιτικό αδιέξοδο, στο οποίο βρίσκεται η χώρα. Αλλά το πραγματικό ζήτημα δεν είναι ποιος θα διαχειριστεί την εξουσία, αλλά ποια πολιτική θα συνεχίσει να εφαρμόζεται και ειδικά βάρος του παλαιστινιακού λαού.
Τα διεθνή ΜΜΕ εξακολουθούν να αναλώνονται στην εκλογική αριθμητική της 26ης Κνεσέτ, μετρώντας έδρες, αναζητώντας πιθανούς κυβερνητικούς εταίρους και παρουσιάζοντας την αναμέτρηση ως μια δραματική μονομαχία ανάμεσα στον Μπενιαμίν Νετανιάχου και τους αντιπάλους του.
Η νεότερη εκτίμηση του ισραηλινού Channel 12 αποτυπώνει μια κατακερματισμένη κοινοβουλευτική εικόνα: 52 έδρες για το αντι-Νετανιάχου στρατόπεδο, 50 για το μπλοκ που στηρίζει τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, 11 για τη λίστα του Γκίντεον Σάαρ και 7 για το αραβικό κόμμα Ra’am.
Οι αριθμοί αυτοί, εφόσον επιβεβαιωθούν από τα επίσημα αποτελέσματα και την κατανομή των εδρών, προμηνύουν δύσκολες διαπραγματεύσεις. Κανένα από τα δύο βασικά στρατόπεδα δεν εξασφαλίζει από μόνο του την απαιτούμενη πλειοψηφία των 61 εδρών.
Αυτή είναι, όμως, η κοινοβουλευτική πλευρά της υπόθεσης. Και η αστική πολιτική ανάλυση, εγκλωβισμένη στην αριθμητική των συσχετισμών, αποφεύγει να αναδείξει το ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα. Γιατί το πραγματικό διακύβευμα δεν εξαντλείται στο αν θα παραμείνει ο Νετανιάχου στην εξουσία ή αν θα τον διαδεχθούν οι πολιτικοί του αντίπαλοι.
Η «εναλλακτική» που δεν αμφισβητεί το σύστημα
Ο Νετανιάχου δίνει μια κρίσιμη μάχη για την πολιτική του επιβίωση. Η ενδεχόμενη απομάκρυνσή του θα αποτελούσε σημαντική εξέλιξη για το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό του Ισραήλ. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι θα ανατρέπονταν αυτομάτως οι στρατηγικές επιλογές του ισραηλινού κράτους.
Η αντιπολίτευση δεν συγκροτείται γύρω από ένα συνεκτικό πρόγραμμα τερματισμού της κατοχής, αναγνώρισης των παλαιστινιακών δικαιωμάτων και εγκατάλειψης της στρατιωτικής επιβολής. Περιλαμβάνει δυνάμεις με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, αλλά και πρόσωπα που προέρχονται από τον ίδιο τον στρατιωτικό και πολιτικό μηχανισμό του ισραηλινού κράτους.
Ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η αντιπαράθεσή του με τον Νετανιάχου δεν τον μετατρέπει σε εκπρόσωπο μιας φιλειρηνικής πολιτικής απέναντι στον παλαιστινιακό λαό.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης: η πολιτική αλλαγή δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την αλλαγή πολιτικής. Η διαμάχη για την πρωθυπουργική καρέκλα, οι προσωπικές αντιπαραθέσεις και οι κυβερνητικές συμμαχίες μπορεί να έχουν πραγματική σημασία για την εσωτερική πολιτική ζωή του Ισραήλ. Δεν αναιρούν, όμως, το γεγονός ότι το ισραηλινό κατεστημένο διατηρεί σταθερούς στρατηγικούς προσανατολισμούς στη Μέση Ανατολή.
Η κατοχή και η επιθετικότητα δεν κρίνονται μόνο στις κάλπες
Για τους Παλαιστινίους, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος από τους Ισραηλινούς πολιτικούς θα επικρατήσει στις εσωτερικές διαπραγματεύσεις εξουσίας. Είναι αν θα τερματιστούν η κατοχή και ο εποικισμός, αν θα σταματήσει η στρατιωτική βία και αν θα αναγνωριστούν έμπρακτα τα δικαιώματα ενός λαού που εξακολουθεί να στερείται την ελευθερία και την αυτοδιάθεσή του.
Η ιστορική εμπειρία δεν δικαιολογεί αυταπάτες. Η ισραηλινή πολιτική απέναντι στους Παλαιστινίους δεν αποτελεί απλώς προσωπική επιλογή του Νετανιάχου. Συνδέεται με βαθύτερες κρατικές στρατηγικές, με την κυριαρχία του στρατιωτικού μηχανισμού και με τη θέση του Ισραήλ στους ευρύτερους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.
Η στήριξη των ΗΠΑ και η πολιτική κάλυψη που παρέχουν ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους αυτής της πραγματικότητας. Επομένως, ακόμη κι αν οι σημερινές εκλογές οδηγήσουν σε κυβερνητική αλλαγή, δεν υπάρχει κανένας λόγος να θεωρούμε δεδομένη μια ουσιαστική μεταβολή της ισραηλινής στρατηγικής. Μια διαφορετική κυβέρνηση μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εξουσία, χωρίς να αμφισβητήσει τις θεμελιώδεις κατευθύνσεις της.
Και η ελληνική άρχουσα τάξη έχει τις δικές της ευθύνες
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο το Τελ Αβίβ.
Η ελληνική κυβέρνηση και η άρχουσα τάξη της χώρας μας έχουν επενδύσει στη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, εντάσσοντάς την στους ευρύτερους σχεδιασμούς των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η αποκάλυψη για τη μυστική συνάντηση στην Αθηναϊκή Λέσχη, την οποία αναδείξαμε σε προηγούμενη δημοσίευσή μας, αποτελεί αφορμή για να εξετάσουμε τις πολιτικές διασυνδέσεις και τη δραστηριότητα του εγχώριου φιλοϊσραηλινού λόμπι.
Δεν πρόκειται για μια ουδέτερη διπλωματική επιλογή αποκομμένη από τις συνέπειές της. Πρόκειται για πολιτικές σχέσεις που πρέπει να κρίνονται με βάση τα συμφέροντα που υπηρετούν και τον ρόλο που διαδραματίζουν μέσα στις περιφερειακές συγκρούσεις.
Η ελληνική κοινωνία έχει κάθε λόγο να απαιτεί να μην εμπλέκεται η χώρα στους πολεμικούς σχεδιασμούς και να μη μετατρέπεται η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ σε άλλοθι για την υποβάθμιση των δικαιωμάτων του παλαιστινιακού λαού.
Η πραγματική αλλαγή δεν θα έρθει από την ανακύκλωση της εξουσίας
Το εκλογικό αποτέλεσμα μπορεί να αναδιατάξει τις ισορροπίες στο ισραηλινό πολιτικό σύστημα. Μπορεί να αποδυναμώσει τον Νετανιάχου, να οδηγήσει σε δύσκολες διαπραγματεύσεις ή ακόμη και να ανοίξει τον δρόμο για νέες εκλογές. Τίποτε από αυτά, όμως, δεν ισοδυναμεί από μόνο του με δικαίωση των Παλαιστινίων.
Η πολιτική ουσία βρίσκεται πέρα από την κοινοβουλευτική αριθμητική. Βρίσκεται στην κατοχή, στον εποικισμό, στη στρατιωτική επιβολή και στη διεθνή υποστήριξη που επιτρέπει την αναπαραγωγή αυτής της κατάστασης.
Είτε με τον Νετανιάχου είτε με τους αντιπάλους του, η αλλαγή προσώπων δεν αποτελεί απόδειξη αλλαγής στρατηγικής.
Οι λαοί δεν έχουν τίποτα να περιμένουν από την απλή ανακύκλωση της εξουσίας ανάμεσα σε πολιτικές δυνάμεις που δεν αμφισβητούν τις θεμελιώδεις επιλογές του συστήματος. Η πραγματική προοπτική βρίσκεται στην αντίσταση του παλαιστινιακού λαού, στη διεθνιστική αλληλεγγύη και στον αγώνα των εργαζομένων και των λαϊκών κινημάτων ενάντια στον πόλεμο, στον ιμπεριαλισμό και στην καταπίεση.


0 Comments