Αν πρόθεση του δεσπότη Λάρισας ήταν να προκαλέσει οργή με τον φετφά που έστειλε στην εφημερίδα Ελευθερία για να δικαιολογήσει τις αστρονομικές αυξήσεις που χάρισε η κυβέρνηση στους αρχιερείς, τότε πέτυχε διάνα.
«Οι Αρχιερείς δεν αναπτύσσουμε την ποιμαντική μας με κριτήριο το τι μπαίνει στην τσέπη μας», μας πληροφορεί με περισσή ταπεινοφροσύνη. Και συνεχίζει μιλώντας για «ευθύνη», «καθήκον» και «φόβο Θεού», επικαλούμενος μάλιστα τη στάση των μητροπολιτών στις θεομηνίες που χτύπησαν τη Θεσσαλία.
Εδώ γεννιέται ένα απλό ερώτημα: τι ακριβώς απέδειξαν οι δεσποτάδες στις πλημμύρες και στις καταστροφές; Ότι έψαλαν περισσότερα «Κύριε Ελέησον» από τα συνηθισμένα; Ότι φωτογραφήθηκαν δίπλα στα λασπόνερα; Ότι μοίρασαν ευλογίες εκεί όπου ο λαός ζητούσε έργα, υποδομές και προστασία;
Και για ποιον ακριβώς «γλίσχρο μισθό» μιλά ο σεβασμιώτατος; Έχει άραγε επαφή με την κοινωνία των 700 και 800 ευρώ; Με τους συνταξιούχους που μετρούν τα κέρματα στο σούπερ μάρκετ; Με τους εργαζόμενους που βλέπουν τον μισθό τους να εξαφανίζεται πριν τελειώσει ο μήνας;
Το τροπάρι συνεχίζεται:
«Αν το οικονομικό ήταν το κύριο μέλημά μας, πολύ απλά δεν θα γινόμασταν Αρχιερείς. Οικονομικά δεν αξίζει τον κόπο…»
Σωστά. Διότι πρέπει να πιστέψουμε ότι οι δεσποτικές κατοικίες, τα υπηρεσιακά αυτοκίνητα, οι γραμματείες, οι παρατρεχάμενοι, οι δημόσιες τιμές και τα προνόμια συνιστούν έναν αληθινό Γολγοθά. Πρέπει να πιστέψουμε ότι το παρασκήνιο των μητροπολιτικών αυλών είναι τόσο εξαντλητικό που οι δεσποτάδες το υπηρετούν αδιαλείπτως μέχρι την τελευταία τους πνοή από καθαρή αυτοθυσία.
Το αποκορύφωμα όμως της πρόκλησης έρχεται όταν ο μητροπολίτης επιχειρεί να μας πείσει ότι δεν τον πληρώνει ο Έλληνας φορολογούμενος.
«Με πληρώνει η πολλαπλώς δημευθείσα και απαλλοτριωθείσα εκκλησιαστική περιουσία», γράφει, προσθέτοντας ότι η μισθοδοσία των κληρικών αποτελεί «πενιχρό αντάλλαγμα».
Αλήθεια, αυτό μόνος το το σκέφτηκε ή του το σφύριξε το “άγιο πνεύμα”. Αλλωστε, αυτό, δεν μπορεί να κάνει την παρουσία του μόνο σε ευσεβείς λαϊκούς.
Εδώ πλέον η πραγματικότητα σηκώνει τα χέρια ψηλά.
Τι λες, δέσποτα; Νομίζεις ότι όλοι ανήκουμε στην κατηγορία των «μακαρίων τω πνεύματι»; Ότι αρκεί να επικαλείσαι μια μυθοποιημένη εικόνα της εκκλησιαστικής περιουσίας για να σβήνονται αιώνες ιστορίας;
Ας αφήσουμε λοιπόν τους ύμνους και ας περάσουμε στα γεγονότα.
Γιατί για το πώς συγκροτήθηκε μεγάλο μέρος αυτής της περιουσίας δεν μιλά κάποιος «άθεος πολέμιος της Εκκλησίας», αλλά ένας αστός πολιτικός, ο Φώτης Κουβέλης, από το βήμα της Βουλής στις 6 Νοεμβρίου 2008.
Υπενθύμιζε τότε ότι η εκκλησιαστική περιουσία αναγνωρίστηκε ως ιδιοκτησία της Εκκλησίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία μέσω φιρμανιών, σιγιλίων και άλλων πράξεων που μετατράπηκαν σε τίτλους ιδιοκτησίας. Υπενθύμιζε ακόμη ότι χιλιάδες υπόδουλοι Έλληνες μετέφεραν περιουσίες σε μονές και εκκλησιαστικά ιδρύματα για να τις προστατεύσουν από την οθωμανική αυθαιρεσία, με την προσδοκία ότι όταν ερχόταν η λευτεριά θα επέστρεφαν στους πραγματικούς τους ιδιοκτήτες.
Αυτές είναι πλευρές της ιστορίας που οι δεσποτάδες αποφεύγουν συστηματικά να θυμούνται.
Γιατί η επίκληση μιας δήθεν κατατρεγμένης εκκλησιαστικής περιουσίας εξυπηρετεί καλύτερα το αφήγημα των «αδικημένων» αρχιερέων που δικαιούνται συνεχώς νέα προνόμια και νέες αυξήσεις.
Μόνο που η κοινωνία δεν ζει πλέον στον Μεσαίωνα.
Και όσο οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι και οι συνταξιούχοι καλούνται να σφίγγουν το ζωνάρι, τόσο πιο προκλητικό ακούγεται το παράπονο ενός δεσπότη για τον… «πενιχρό» μισθό του.
Ας αφήσουν λοιπόν τα κηρύγματα περί θυσίας και αυταπάρνησης. Η υποκρισία δεν γίνεται αρετή επειδή φορεί μίτρα και χρυσοποίκιλτα άμφια.



0 Comments