Δίκη Χρυσής Αυγής: Συνεχίζεται η αστυνομικο-δικαστική προστασία των νεοναζί

23Σημαντική από κάθε άποψη ήταν η 29η συνεδρίαση της δίκης των νεοναζί της Χρυσής Αυγής, χάρη στην κατάθεση της μάρτυρα Δ.Ζ., που προκάλεσε πανικό στις τάξεις τόσο των συνηγόρων υπεράσπισης των νεοναζί (όχι μόνο αυτών που υπερασπίζονται τους κατηγορούμενους  για τη δολοφονία του Π. Φύσσα) όσο και των παριστάμενων κατηγορούμενων (θα αναφερθούμε παρακάτω στις αντιδράσεις τους).

Προηγήθηκαν 28 συνεδριάσεις, κατά τις οποίες εξετάστηκαν δώδεκα μάρτυρες που κλήθηκαν από την εισαγγελία. Οι γονείς του δολοφονημένου αγωνιστή Π. Φύσσα, τρεις φίλοι του, απ’ αυτούς που το βράδυ της δολοφονίας του δέχτηκαν την άγρια επίθεση των νεοναζί της ΧΑ, τρεις ιδιοκτήτες καταστημάτων και τέσσερις αστυνομικοί: τρεις της ομάδας ΔΙΑΣ και ένας πλήρωμα του περιπολικού που πήγε στον τόπο της στυγνής δολοφονίας. Χωρίς να  θέλουμε να μειώσουμε την αξία των καταθέσεων των γονιών και των τριών φίλων του Π. Φύσσα, πρέπει να  επισημάνουμε, ότι η κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρα Δ.Ζ. υπήρξε καταλυτική.

Εχουμε τη βεβαιότητα ότι, αν είχαν εξεταστεί όλοι οι αυτόπτες μάρτυρες από την εφέτη-ανακρίτρια Ι. Χριστοδουλέα-Κλάππα, αν είχαν κληθεί να καταθέσουν στο δικαστήριο, ως όφειλαν να κάνουν οι δικαστικοί μηχανισμοί, και αν είχε προηγηθεί η εξέταση αυτών των μαρτύρων μαζί με τις δύο αυτόπτεις  μάρτυρες Δ.Ζ. και Π.Κ. και μετά ακολουθούσε η κατάθεση των γονιών και των φίλων του Π. Φύσσα και των αστυνομικών που βρίσκονταν στον τόπο της δολοφονίας, τότε οι νεοναζί και οι συνήγοροί τους θα βρίσκονταν σε κατάσταση μόνιμου πανικού και θα έχαναν τον ύπνο τους. Το πιο πιθανό είναι να αναγκάζονταν και τα ηγετικά στελέχη της  ΧΑ να παρευρίσκονται στις συνεδριάσεις.

Ενώ η μάρτυρας Δ.Ζ. κατέθεσε ό,τι έπεσε στην αντίληψή της και ό,τι γνωρίζει με αντικειμενικότητα και χωρίς το παραμικρό ίχνος μεροληψίας, οι συνήγοροι υπεράσπισης των νεοναζί μουρμούριζαν συνεχώς κατά τη διάρκεια της εξέτασής της ότι «είναι βαλτή», όπως η ίδια κατήγγειλε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ξαφνικά κάποιοι απ’ αυτούς θυμήθηκαν την έλλειψη αίθουσας που πρέπει να παραμένουν οι μάρτυρες του κατηγορητηρίου, πριν αρχίσει η εξέτασή τους και κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων, μέχρι να τελειώσουν. Ο συνήγορος υπεράσπισης Β. Οπλατζάκης δήλωσε, ότι θα καταθέσει και γραπτά αίτημα να κληθούν οι αστυνομικοί Γ. Ρώτας και Χ. Δεληγιάννης, που ήδη εξετάστηκαν, και να εξεταστούν κατ’ αντιπαράσταση με την Δ.Ζ., γιατί είτε οι δύο αστυνομικοί είτε η πολίτης Δ.Ζ. λένε ψέματα. Περιμένουμε να δούμε αν στην επόμενη συνεδρίαση (Τετάρτη 2 Δεκέμβρη) ο συνήγορος αυτός θα καταθέσει γραπτά το αίτημά του και θα απαιτήσει από το δικαστήριο να συζητηθεί άμεσα, πριν ολοκληρωθεί η εξέταση της Δ.Ζ.

Σε κάθε περίπτωση, είτε υποβάλει γραπτά το αίτημα είτε όχι (αποδεικνύοντας σ’ αυτή την περίπτωση ότι θέλησε μόνο να φοβίσει τη μάρτυρα), καλά θα κάνει να μην ξύνεται στη γκλίτσα του τσοπάνη. Το λέμε αυτό, γιατί υπάρχουν δύο αυτόπτες μάρτυρες, ο Ι. Μιχαηλίδης και ο Α. Νικολάου, που έζησαν την αποτρόπαια δολοφονία του Π. Φύσσα από τα μπαλκόνια των σπιτιών τους (βρίσκονται στην Π. Τσαλδάρη 69 και 52, αντίστοιχα). Mε τις καταθέσεις που έδωσαν αυτοί οι δύο μάρτυρες στην ανακρίτρια του ΣΤ’ τμήματος στις 18 και 22 Οκτώβρη του 2013, λένε σχεδόν τα ίδια πράγματα μ’ αυτά που κατέθεσε η Δ.Ζ. στην προανάκριση, την τακτική ανάκριση και στο ακροατήριο. Αν λοιπόν ο συνήγορος υπεράσπισης επιμείνει στο αίτημά του για κατ’ αντιπαράσταση εξέταση των δύο αστυνομικών με τη μάρτυρα Δ.Ζ., ας τολμήσει να ζητήσει την κλήτευση και των δύο αυτών μαρτύρων. Να ζητήσει, επίσης, την εκ νέου κλήτευση του Δ. Κουρετζή και την κατ’ αντιπαράσταση εξέτασή του με τους Ρώτα και Δεληγιάννη. Γιατί μ’ αυτά που κατέθεσε στην εφέτη-ανακρίτρια και στο δικαστήριο, εμμέσως πλην σαφώς περιέγραψε ολιγωρία των συναδέλφων του. Οπως είπε, αν ο ίδιος δε συλλάμβανε τον Ρουπακιά, αυτός θα έφευγε σαν κύριος, ατσαλάκωτος. Δεν έχουμε, βέβαια, αυταπάτες ότι ο συνήγορος υπεράσπισης θα κάνει κάτι τέτοιο.

Τις μάρτυρες Δ.Ζ. και Π.Κ. δεν μπορούσαν τόσο η εφέτης-ανακρίτρια όσο και ο εισαγγελέας να μην τις καλέσουν να καταθέσουν. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με δικαστικό σκάνδαλο, αφού οι δύο αυτές μάρτυρες έμειναν στον τόπο της δολοφονίας μέχρι τις 1:30 της 18ης Σεπτέμβρη του 2013, ενώ υψηλόβαθμο  στέλεχος της Αστυνομίας έκανε το λάθος να τους ζητήσει τα στοιχεία τους και να τις καλέσει να πάνε το ίδιο βράδυ στο ΑΤ Κερατσινίου για να καταθέσουν.  Το πιο πιθανό είναι οι αστυνομικές αρχές να μετάνιωσαν γι’ αυτή την κλήση.

Ολοκληρώνοντας την εξέταση της μάρτυρα Δ.Ζ., η προεδρεύουσα εφέτης Μ. Λεπενιώτη τη ρώτησε αν έχει να προσθέσει κάτι άλλο. Η μάρτυρας απάντησε, ότι έχει να καταθέσει κάποια σημαντικά πράγματα που συνέβησαν στο ΑΤ Κερατσινίου. Οταν πήγε στο Τμήμα, δεν την άφησαν να  μπει μέσα, αλλά της είπαν να περιμένει έξω απ’ αυτό. Την έβαλαν μέσα όταν την κάλεσαν ν’ αναγνωρίσει το δολοφόνο του Π.Φύσσα. Το ίδιο έκαναν και με τη φίλη της Π.Κ., αγνοώντας έτσι προκλητικά την ενημέρωση του αστυνομικού του περιπολικού Δ. Κουρετζή, ότι ο Γ. Ρουπακιάς είναι αυτός που μαχαίρωσε τον Π. Φύσσα. Τι περίμεναν; Μήπως οι μάρτυρες Δ.Ζ. και Π.Κ. δεν αναγνώριζαν τον Ρουπακιά ως τον δολοφόνο του Π. Φύσσα;

Παραπέρα, γιατί η Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής δεν κάλεσε τους Δ. Κουρετζή και Ν. Ντάφο (πλήρωμα του περιπολικού που συνέλαβε τον Ρουπακιά) να καταθέσουν για τη δολοφονία; Μήπως για να συγκαλύψει τις εγκληματικές ευθύνες των δύο ομάδων της ΔΙΑΣ (οκτώ αστυνομικοί), που ενέχονται και ποινικά, μιας και άφησαν τον Ρουπακιά να μαχαιρώσει τον Π. Φύσσα;

Η Δ.Ζ. κατέθεσε ακόμη, ότι για ένα χρονικό διάστημα ο Ρουπακιάς κυκλοφορούσε σχετικά ελεύθερος, ανεβαίνοντας από το ισόγειο στο δεύτερο όροφο του κτιρίου που στεγάζεται το Αστυνομικό Τμήμα, ενώ όταν πέρασε από δίπλα τους τις κοίταξε περίεργα. Ερμηνεύοντας αυτή τη συμπεριφορά των στελεχών του ΑΤ Κερατσινίου έχουμε να παρατηρήσουμε: Πρώτον, ότι υπαγορευόταν από τη γενικότερη στάση του αστυνομικού μηχανισμού έναντι των νεοναζί της ΧΑ. Τους θεωρούσαν «δικούς τους», όπως είπε και ο Ρουπακιάς όταν τον συνέλαβαν. Δεύτερον, ο αστυνομικός Δ. Κουρετζής, ως συνοδηγός του περιπολικού, παρέδωσε τον Γ. Ρουπακιά και το μαχαίρι με το οποίο δολοφόνησε τον Π. Φύσσα στην αξιωματικό υπηρεσίας του ΑΤ Κερατσινίου Μ. Γιαννακά. Σύμφωνα με την κατάθεση που έδωσε στην εφέτη-ανακρίτρια, ο Κουρετζής είχε αποσπάσει από τον Ρουπακιά, την ώρα που με το περιπολικό τον πήγαιναν στο Τμήμα, την ομολογία ότι μαχαίρωσε τον Π. Φύσσα και ότι το μαχαίρι που βρέθηκε ήταν δικό του.

Η αξιωματικός υπηρεσίας Μ. Γιαννακά θεώρησε τη μεταφορά του Ρουπακιά ως προσαγωγή και όχι ως σύλληψη, ενώ -όπως κατέθεσε ο Δ.Κουρετζής και στο δικαστήριο, μετά από επανειλημμένες ερωτήσεις συνηγόρων πολιτικής αγωγής- ενημέρωσε και την αξιωματικό υπηρεσίας ότι ο Ρουπακιάς μαχαίρωσε τον Π. Φύσσα με το συγκεκριμένο μαχαίρι. Η αξιωματικός υπηρεσίας όχι μόνο δε ζήτησε να παραμείνει στο Τμήμα το πλήρωμα του περιπολικού και να καταθέσει για το συμβάν, αλλά δεν έγραψε τίποτα ούτε στο Βιβλίο Συμβάντων του Τμήματος! Η δικαιολογία που έδωσε ήταν της πλάκας. Προφανώς, η συγκεκριμένη στάση της αξιωματικού υπηρεσίας δεν ήταν πρωτοβουλιακή. Δεν συμπεριφέρεται έτσι ένας βαθμοφόρος της αστυνομίας όταν έχει ν’ αντιμετωπίσει ένα φόνο. Η συγκεκριμένη αστυνομικός εκτελούσε εντολές της ηγεσίας της, για το πώς θ’ αντιμετωπίσουν τον Ρουπακιά, που δεν ήταν ένας κοινός πολίτης που διέπραξε φόνο, αλλά ένα στέλεχος των νεοναζιστικών ταγμάτων εφόδου, που συνεργάζονταν στενά με την αστυνομία.

Στο πλαίσιο της τακτικής της ασυλίας πρέπει να εντάξουμε και την ενέργεια της ή του αξιωματικού υπηρεσίας να καλέσει τις μάρτυρες Δ.Ζ. και Π.Κ. να αναγνωρίσουν τον Γ. Ρουπακιά. Μήπως ήθελαν να δουν τι θα πουν οι δύο αυτόπτες μάρτυρες, πριν αποφασίσουν τι θα κάνουν με τον Ρουπακιά και τη ΧΑ; Τι θα γινόταν αν οι δύο αυτές μάρτυρες δεν είχαν το θάρρος να πάνε στο Τμήμα και να αναγνωρίσουν τον Ρουπακιά; Το πλήρωμα του περιπολικού που συνέλαβε τον Ρουπακιά και άκουσε την ομολογία του το είχαν διώξει, χωρίς να του ζητήσουν να καταθέσει, οπότε αν οι δύο μάρτυρες δεν είχαν αναγνωρίσει τον Ρουπακιά, η υπόθεση θα είχε εντελώς διαφορετική εξέλιξη. Τυχαίο είναι ότι οι δύο αστυνομικοί που συνέλαβαν τον Ρουπακιά και άκουσαν την κυνική ομολογία του ότι αυτός μαχαίρωσε τον Π. Φύσσα και ότι το μαχαίρι που βρήκαν είναι δικό του, κλήθηκαν για πρώτη φορά να καταθέσουν στην εφέτη-ανακρίτρια και μάλιστα εφτά και οχτώ μήνες μετά το συμβάν;

Επισημαίνουμε τα βασικά στοιχεία που αναδείχτηκαν από τη βασανιστική εξέταση της μάρτυρα Δ.Ζ., που όχι μόνο ενισχύουν την εκτίμηση για τον εγκληματικό χαρακτήρα της δράσης της ΧΑ, αλλά και για τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξαν ο Ν. Μιχαλολιάκος και η ηγετική ομάδα της ΧΑ στη δολοφονία του Π. Φύσσα. Αναδείχτηκε, ακόμη, περίτρανα η τακτική της ασυλίας που ακολούθησαν οι έξι αστυνομικοί των δύο ομάδων ΔΙΑΣ. Μιλάμε μόνο για τους έξι και όχι για τους οκτώ αστυνομικούς, γιατί οι δύο απ’ αυτούς δεν έδωσαν καμία κατάθεση και δεν υπάρχει καμία πληροφόρηση για το ρόλο τους.

Το στοιχείο της οργανωμένης δράσης των μελών και στελεχών της ΧΑ ενάντια στον Π.Φύσσα και την παρέα του το ανέδειξαν και οι τρεις φίλοι του δολοφονημένου αγωνιστή, που εκείνο το βράδυ δέχτηκαν αναίτια την άγρια επίθεση των νεοναζί. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το βίωσαν οι φίλοι του Π. Φύσσα, με το στοιχείο της νηφαλιότητας να λείπει και να μην έχουν λάβει γνώση όλων των γεγονότων που διαδραματίστηκαν μέχρι τη δολοφονία του Π. Φύσσα, ήταν επόμενο να μην αναδείξουν όλες τις πλευρές της εγκληματικής δράσης της ΧΑ, όπως έκανε η Δ.Ζ., που εγκλωβίστηκε μαζί με τη φίλη της σε ένα παγκάκι κοντά στο σημείο που έγινε η δολοφονία του Π.Φύσσα.
Απαντώντας σε πιεστικές ερωτήσεις της προεδρεύουσας Μ. Λεπενιώτη, η Δ.Ζ. παρουσίασε με πειστικότητα όλες τις φάσεις της επίθεσης της ομάδας των είκοσι χρυσαυγιτών, που είχαν χωριστεί σε δύο δεκαμελείς ομάδες, που συνεπικουρούνταν από δύο ακόμη χρυσαυγίτες. Περιέγραψε την επίθεση που ολοκληρώθηκε με το αιφνιδιαστικό χτύπημα του Π. Φύσσα από τον Ρουπακιά με δύο μαχαιριές. Απέδειξε ότι όπως εξελίχτηκαν οι φάσεις της επίθεσης προϋπέθεταν οργάνωση του σχεδίου, βάσει του οποίου κινήθηκαν οι δύο ομάδες των χρυσαυγιτών και στο τέλος ο Ρουπακιάς με την αιφνιδιαστική δολοφονική επίθεσή του, την οποία δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει ο Π. Φύσσας.

Αποδείχτηκε ότι η δολοφονία του Π. Φύσσα από τον Ρουπακιά συντελέστηκε μπροστά στα μάτια των αστυνομικών της ΔΙΑΣ, οι οποίοι άφησαν το ελεύθερο στον Ρουπακιά να δράσει. Αποδείχτηκε ακόμη, ότι δεν υπήρξε καμία προηγούμενη συμπλοκή του Ρουπακιά με τον Π. Φύσσα και ότι αυτό είναι επινόηση των έξι αστυνομικών της ΔΙΑΣ, κατόπιν άνωθεν εντολών, από τη μια για να αποσείσουν τις δικές τους εγκληματικές ευθύνες και από την άλλη για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις να μη χρεωθεί τη στυγνή δολοφονία η νεοναζιστική οργάνωση και σε κάποια χρονική στιγμή να πέσει στα μαλακά ακόμα και ο Ρουπακιάς. Ηδη, ένας από τους συνηγόρους του, ο Γ. Ρουμπέκας, προσπαθεί ανεπιτυχώς να παρουσιάσει τη δολοφονία του Π. Φύσσα σαν αποτέλεσμα δήθεν συμπλοκής του με τον Ρουπακιά, εκμεταλλευόμενος τον ισχυρισμό των αστυνομικών Γ. Ρώτα και Χ. Δεληγιάννη στο δικαστήριο περί συμπλοκής Ρουπακιά-Φύσσα.

Αν κατέθεταν στο δικαστήριο και οι αυτόπτες μάρτυρες που σκόπιμα δεν κλήθηκαν από τον εισαγγελέα, θα επιβεβαιωνόταν η κατάθεση της Δ.Ζ. ότι δεν υπήρξε καμία συμπλοκή και ότι η επίθεση του Γ. Ρουπακιά έγινε μεθοδικά, έτσι που να αιφνιδιάσει τον Π. Φύσσα και να μην μπορέσει αυτός να αντιδράσει και να προφυλαχτεί από την επίθεση του δολοφόνου. Γι’ αυτό και η δολοφονική επίθεση του Ρουπακιά πρέπει σε ποινικό επίπεδο να τύχει της πιο βαριάς αντιμετώπισης.

Η φοιτήτρια του Πολυτεχνείου Δ.Ζ. αναγνώρισε τον Ιωάννη Καζαντζόγλου ως συνοδηγό στο αυτοκίνητο του Ρουπακιά. Δέχτηκε πολλές ερωτήσεις από την έδρα, της ζητήθηκε ακόμη και να κατέβει από το βήμα του μάρτυρα, για να βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τον νεοναζί κατηγορούμενο, και επέμεινε στην αναγνώριση.

«Αφήστε με να βγω έξω, να της πω εγώ», ήταν η απάντηση του Καζαντζόγλου, που συγκρατήθηκε από συγκατηγορούμενό του να μην επιτεθεί στη μάρτυρα!

Ο δε συνήγορος της Ζαρούλια, Αγγελέτος Αγγελος, απείλησε επαγγελματία φωτορεπόρτερ ότι την επόμενη φορά θα της σπάσει τη μηχανή. Η πρόεδρος έχει επιτρέψει τη φωτογράφιση, η μάρτυρας δεν εξέφρασε καμιά αντίρρηση και η φωτορεπόρτερ απλά έκανε τη δουλειά της.

Σ’ αυτές τις αντιδράσεις βλέπουμε από τη μια τον πανικό των νεοναζί, όταν αυτόπτες μάρτυρες τους ξεμπροστιάζουν. Από την άλλη, βλέπουμε και την αποθράσυνσή τους, αποτέλεσμα του «χαϊδέματός» τους από τους αστυνομικούς και δικαστικούς μηχανισμούς. Γι’ αυτό και χρειάζεται να γίνονται ευρέως γνωστά όσα συμβαίνουν στη δίκη, που σ’ ένα βαθμό έχει περιπέσει στην αφάνεια.

ΥΓ. Η μάρτυρας κατήγγειλε, ότι μετά την κατάθεσή της στην ανακρίτρια στον Πειραιά δέχτηκε ανώνυμα τηλεφωνήματα, γεγονός που επαναλήφθηκε μετά τη δημοσιοποίηση των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας.

ΚΟΝΤΡΑ: ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΦΥΛΛΟ (ΣΑΒΒΑΤΟ, 28 ΝΟΕΜΒΡΗ)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *