Βασίλης Ραφαηλίδης: «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» – Ο Μαρξισμός δικαιώνεται σε δυο κόσμους

 Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΔΙΚΑΙΩΝΕΤΑΙ ΣΕ ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΥΣ

image002Κατά την εκδοχή της αστικής πολιτικής οικονομίας, τον καπιταλισμό τον δημιούργησε το εμπόριο και όχι η βιομηχανία. Πρέπει να πούμε καταρχήν εδώ πως βιομηχανία χωρίς «κλασικό» εμπόριο μπορεί να υπάρξει· όμως εμπόριο χωρίς βιομηχανία (ή χειροτεχνία, ή βιοτεχνία) αποκλείεται να υπάρξει. Διότι τα προϊόντα που παράγουν οι βιομήχανοι μπορούν να τα διακινήσουν οι ίδιοι χωρίς τη μεσολάβηση των εμπόρων. Οι οποίοι αφού εδραίωσαν (και δεν δημιούργησαν) το καπιταλισμό, τώρα εξαφανίζονται με ταχύτατους ρυθμούς και τη θέση τους παίρνουν οι αντιπρόσωποι των παραγωγικών (βιομηχανικών ή άλλων) εταιρειών.

Στη θέση των κλασικών εμπορικών καταστημάτων που δόξασαν τον καπιταλισμό, εμφανίζονται τα πρατήρια, δηλαδή τα καταστήματα που πρακτορεύουν τους παραγωγούς, που είναι δεσμευμένα να υπηρετούν ορισμένους παραγωγούς και δεν ασκούν ελεύθερο εμπόριο, δεν εμπορεύονται όποιους θα ήθελαν. Βεβαίως, και οι πράκτορες είναι έμποροι, μόνο που ασκούν το εμπόριο για λογαριασμό των παραγωγών, των οποίων είναι υπάλληλοι αμειβόμενοι άλλοτε με μισθό και άλλοτε με ποσοστά επί των κερδών. Με άλλα λόγια οι παραγωγοί, έχοντας επίγνωση του παρασιτικού ρόλου των εμπόρων στην οικονομία, ελέγχουν οι ίδιοι πλέον το εμπόριο. Που, όπως είπαμε, δεν το καταργούν — αυτό θα ήταν αδύνατο— απλώς το ελέγχουν οι ίδιοι. Έτσι, και το κόστος μειώνουν, αφού ελέγχουν άμεσα εκτός από το βιομηχανικό και το εμπορικό κέρδος, και την κατανάλωση διακανονίζουν κατά το συμφέρον τους, ελέγχοντας την αγορά, που ολοένα και λιγότερο είναι ελεύθερη, μέσα στο σύστημα της «ελεύθερης οικονομίας».

Τούτη η ταύτιση της διαδικασίας της παραγωγής και της διαδικασίας του εμπορίου είναι ήδη μια τεράστια πρόοδος και μια μετάθεση του όλου παραγωγικού προτσές προς την πλευρά που υπέδειξε ο Μαρξ: Οι παραγωγοί παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους. ‘Ομως οι πραγματικοί παραγιοί, οι εργαζόμενοι για λογαριασμό του κεφαλαιούχου (του κατόχου του κεφαλαίου), δεν έχουν πάρει ακόμα την κατάσταση στα χέρια τους και το κεφάλαιο συνεχίζει να εμφανίζεται σαν ο μοχλός της οικονομίας. Ωστόσο, το πρώτο και σημαντικότερο βήμα προς την ενοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας έχει γίνει με τη μετάθεση του εμπορίου προς την πλευρά των παραγωγών, όπως λέμε όλους αυτούς που μετέχουν στην παραγωγική διαδικασία, τόσο τους κεφαλαιούχους όσο και τους εργαζόμενους για λογαριασμό τους.

Το σημαντικό είναι πως οι κλασικοί έμποροι, που εδραίωσαν τον καπιταλισμό χωρίς να τον δημιουργήσουν, αφού το εμπόριο είναι παμπάλαια υπόθεση, φροντίζοντας δραστήρια για τη, με κάθε μέσο, διακίνηση των εμπορευμάτων που δημιουργούσε ο καπιταλισμός, μπαίνουν πλέον ένας ένας στο μουσείο της ιστορίας, γινόμενοι υπάλληλοι των παραγωγών. Ακόμα και ο κλασικός μπακάλης, ο πιο παλιός και πιο τυπικός έμπορος, δίνει τη θέση του στον ιδιοκτήτη του σουπερμάρκετ που είναι περισσότερο ένας πρατηριούχος τροφίμων και λιγότερο ένας μεγαλομπακάλης. Συναλλάσσεται πλέον απευθείας με τον παραγωγό. Και επειδή με τον τρόπο αυτό παραμερίζονται μια σειρά μεσαζόντων είναι σε θέση να πουλάει φτηνότερα.

Συνεπώς, είναι όχι μόνο άσχετος προς το μαρξισμό, αλλά και εντελώς ανόητος όποιος νοσταλγεί τον «παλιό καλό μπακάλη» της γειτονιάς μόνο και μόνο γιατί έπιανε κουβεντούλα μαζί του κι αυτός του φύλαγε «το καλό πράγμα», σε βάρος βέβαια των άλλων καταναλωτών, στους οποίους φόρτωνε «το κακό πράγμα». Τουλάχιστον στο εμπόριο, το ρουσφέτι τείνει να καταργηθεί: Για να έχω καλό τυρί, δεν αρκεί να έχω φίλο τον μπακάλη, πρέπει να έχω φίλο τον παραγωγό. Αλλά επειδή αυτό είναι μάλλον δύσκολο υποχρεώνομαι να ζητήσω τη βοήθεια ενός συλλόγου καταναλωτών, που θα προασπίσει τα συμφέροντά μου σαν καταναλωτή απέναντι στον παραγωγό ή τον πρατηριούχο του.

Ο καπιταλισμός κοινωνικοποιείται, γίνεται ολοένα και περισσότερο απρόσωπος. Κι αυτό είναι κακό μόνο για τους αδιόρθωτα ρομαντικούς, που αρνούνται να καταλάβουν πως η συγκεντροποίηση του παραγωγικού προτσές είναι οικονομικός νόμος, άψογα μελετημένος από τον Μαρξ. Μ’ άλλα λόγια, τούτη η διαφοροποίηση της καπιταλιστικής οικονομικής διαδικασίας είναι εντελώς και απολύτως μαρξιστική. Αλλά αν οι καπιταλιστές πριν από πενήντα χρόνια άκουγαν να γίνεται λόγος για τη μορφή την οποία πήρε ο καπιταλισμός σήμερα θα έβγαζαν τα μάτια όποιου «αναρχικού» τολμούσε τότε να κάνει προβλέψεις στηριζόμενος στον Μαρξ.

Ο μαρξισμός, λοιπόν, επαληθεύεται κάθε μέρα, κάθε ώρα. Μάλιστα, όπως ξέρουμε, ωφέλησε τον καπιταλισμό ανοίγοντάς του τα μάτια και υποχρεώνοντάς τον, κατά κάποιον τρόπο, να γνωρίσει τον εαυτό του καλύτερα.

Λέχτηκε πως χωρίς τον Μαρξ ο καπιταλισμός θα είχε καταρρεύσει ήδη, έτσι που περιφρονεί τις γενικεύσεις που επιβάλλει η θεωρία, χωρίς τις οποίες ωστόσο είναι αδύνατο να γίνουν νοητές και να ερμηνευτούν με λογική επάρκεια οι επιμέρους διαδικασίες της κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης. Ο καπιταλισμός είναι εμπειρισμός, στηρίζεται δηλαδή σ’ αυτό που ο λαός το λέει «βλέποντας και κάνοντας». Πράγμα ουδόλως μεμπτό καθ’ αυτό.

Όμως, όταν συνεχώς «κάνεις», «βλέποντας» τι πρέπει να κάνεις λίγο πριν το κάνεις, στο τέλος επαφίεσαι στο ένστικτό σου ή τη διαίσθησή σου μόνο, κι αφήνεις το μυαλό να ακολουθεί ουραγός. Αλλά αυτό δεν είναι παρά μια ζωώδης συμπεριφορά. Πιο σωστά μια συμπεριφορά που αταβιστικά κουβαλάει ο άνθρωπος από την εποχή που ήταν ακόμα ζώο. ‘Ομως ο άνθρωπος, χάρη στο μυαλό του, που τον κάνει να διαφέρει από τα άλλα ζώα, είναι το μόνο ζώο που μπορεί να σχεδιάσει τη ζωή του και το μέλλον του. Άλλωστε, το να παίρνεις υπόψη τις προγενέστερες εμπειρίες σου προκειμένου να σχεδιάσεις μια ενέργεια που σε αφορά προσωπικά είναι ήδη μια αποκόλληση από την εμπειρία και μια μετάθεση της σκέψης σου προς τη μεριά της θεωρίας. Η οποία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια λογική επεξεργασία προγενέστερων εμπειριών.

Καμιά θεωρία δεν είναι εντελώς ξεκομμένη από την εμπειρία. Ακόμα κι αυτές που φαίνονται αυθαίρετες και παράλογες, έχουν μια εμπειρική αφετηρία. Έτσι, όταν ο χριστιανός θεολόγος επιμένει πως ο κόσμος δημιουργήθηκε από το θεό σε έξι ημέρες ενώ την έβδομη ο Δημιουργός την άραξε για να ξεκουραστεί, εννοεί, κι ας μην το ομολογεί, (γιατί αν το ομολογούσε θα ήταν υποχρεωμένος να συνεχίσει και να προεκτείνει τις θεωρητικές του αναγωγές) πως ο κόσμος δεν υπήρχε από πάντα, και συνεπώς δημιουργήθηκε κάτω από ορισμένες συνθήκες. Εννοεί ακόμα πως ο κάθε δημιουργός έχει δικαίωμα στην ανάπαυση. Αφού και ο Θεός αναπαύεται την Κυριακή, πρέπει να αναπαύονται και τα πλάσματά του. Πολύ περισσότερο που αυτά δεν έχουν τη δύναμή του, και συνεπώς δικαιούνται μειωμένου ωραρίου τις μέρες της δουλειάς.

Η θεωρία συνεπώς είναι αναπόφευκτη για μόνο το λόγο πως ο άνθρωπος έχει μυαλό. Το θέμα λοιπόν είναι ποια από τις πολλές θεωρίες θα θεωρήσουμε σαν ορθότερη, δηλαδή προσφορότερη για τα συμφέροντά μας. Κι ακόμα, ποια απ’ όλες καλύπτει τα συμφέροντα όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων.

Ο μαρξισμός είναι και επιστήμη και θεωρία ταυτόχρονα. Είναι επιστήμη ως το βαθμό που το αντικείμενο της ερευνάς του είναι η πολιτική οικονομία, όπως λέμε επί το επισημότερον τη μελέτη των οικονομικών προβλημάτων που δημιουργούνται εντός της οργανωμένης κοινωνίας και είναι θεωρία γιατί, ξεκινώντας από αυτή τη μελέτη προσπαθεί να βγάλει συμπεράσματα για γεγονότα και καταστάσεις που δεν υπάρχουν ακόμα και συνεπώς ο στοχασμός πάνω σ’ αυτά δεν θα μπορούσε να είναι το ίδιο έγκυρος. Μ’ άλλα λόγια, ο μαρξισμός είναι περισσότερο έγκυρος όταν μελετάει τον καπιταλισμό και λιγότερο έγκυρος όταν προτείνει λύσεις για μια λογικότερη και δικαιότερη οργάνωση της κοινωνίας του μέλλοντος. Άλλωστε ο Μαρξ, ο σοφότερος και οξυδερκέστερος μελετητής του καπιταλισμού, απέφευγε συστηματικά να περιγράφει τη μελλοντική κομουνιστική κοινωνία, για τον απλό λόγο πως δεν ήθελε να παραστήσει, επιστήμονας αυτός, τον προφήτη ή το μελλοντολόγο.

Το μόνο που είπε για τον κομουνισμό ο Μαρξ είναι πως είναι αναπόφευκτος και πως οι προλετάριοι είναι οι περισσότερο ενδεδειγμένοι να δουλέψουν για την έλευσή του, στο βαθμό που θα οργανώνονται σε δικά τους κόμματα, που είναι προλεταριακά εξαιτίας της συγκρότησής τους από προλετάριους, και κομουνιστικά διότι η κοινωνία που επαγγέλλονται είναι η αταξική κοινωνία, εντός της οποίας, βέβαια, οι προλετάριοι θα εξαφανιστούν ως τάξη.

Οι αστοί κοινωνιολόγοι ισχυρίζονται πως ο κομουνισμός δεν είναι αναπόφευκτος, όπως λέει ο Μαρξ, και πως ο καπιταλισμός είναι το τελευταίο και τελειότερο στάδιο της κοινωνικής ανάπτυξης. Ωστόσο, τους διαψεύδει καθημερινά η ίδια η ζωή. Ο σημερινός καπιταλισμός δεν είναι ο ίδιος με τον προ εκατονταετίας, η πεντηκονταετίας, ή δεκαετίας έστω καπιταλισμό. Είναι καλύτερος. Και θα γίνεται συνεχώς καλύτερος (ως καπιταλισμός, να εξηγούμαστε) με την πάροδο του χρόνου και εφόσον δεν ανατρέπεται βέβαια. Όμως, πόσο καλύτερος; Ως πού μπορεί να φτάσει η «καλοσύνη» του; Μα, ως τον κομουνισμό! Η κοινωνική δυναμική που περιέγραψε ο Μαρξ με τέτοια σαφήνεια δεν επιτρέπει παρερμηνείες επί του προκειμένου: Ο κόσμος προχωρεί αυτόματα προς τον κομουνισμό. Και δεν είναι θέμα βούλησης να μην προχωρήσει προς αυτόν. Εκτός, βέβαια, κι αν δεχτούμε πως δεν υπάρχουν νόμοι που καθορίζουν την κίνησή της ιστορίας, αν και η μέχρι τώρα ανθρώπινη ιστορία μας υποχρεώνει να δεχτούμε την ύπαρξη τέτοιων νόμων.

Πάντως, μετά τον Καρλ Πόπερ και το κλασικό πλέον έργο του «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της» έγινε μόδα στην αστική σκέψη να παπαγαλίζουν οι πάντες τον Πόπερ, χωρίς να δηλώνουν, οι περισσότεροι, την οφειλή τους σ’ αυτόν το στοχαστή, που όντως πρόσφερε μια σανίδα σωτηρίας στη μέχρι το 1940 παραποιούσα αστική κοινωνιολογική σκέψη η οποία ενώ πρόσφερε πολλά στην έρευνα, δεν πρόσφερε εντούτοις καμιά αξιόπιστη επιστημονική θεωρία για την κοινωνική εξέλιξη. Επιτρέποντας στο μαρξισμό να καλύπτει αυτό το θεωρητικό κενό με τον πιο άνετο τρόπο. Όμως, μετά τον Πόπερ, τα πράγματα δυσκόλεψαν για τους μαρξιστές θεωρητικούς- έχουν να αντιμετωπίσουν μια συγκροτημένη αστική θεωρία, που τώρα στηρίζεται στην πλήρη κατεδάφιση της διαλεκτικής, και στην επαναφορά στη μόδα της σκέψης του Καντ, που ολοένα και περισσότερο εκτοπίζει τον Χέγκελ.

Οπως και να ‘ναι πάντως, ο κόσμος διαφοροποιείται ερήμην των θεωρητικών και των θεωριών τους, μέσα από τις συγκεκριμένες ανάγκες του, μέσα από τις αδιάκοπες συγκρούσεις που τελούνται εντός μιας κοινωνίας που συνεχώς αλλάζει. Κι αν οι ανάγκες αυτές δείξουν πως ο καπιταλισμός είναι αυτός που επί του παρόντος είναι σε θέση να τις καλύψει επαρκέστερα, να τις καλύψει ο καπιταλισμός. Κανένας συνεπής μαρξιστής δεν θα είχε αντίρρηση επ’ αυτού. Αυτό που ενδιαφέρει άλλωστε είναι μια ευημερία για όλους, και όχι η πόση θυσία εφαρμογή μιας θεωρίας, για μόνο το λόγο πως την αποδεχόμαστε σαν ορθή. Αν, λοιπόν, την ευημερία για όλους μπορεί να την προσφέρει ο καπιταλισμός, να την προσφέρει ο καπιταλισμός. Εμείς οι μαρξιστές πάντως πιστεύουμε πως δεν μπορεί να την προσφέρει. Γ’ αυτό και αγωνιζόμαστε για το ξεπέρασμά του. Κι όχι για να εφαρμόσουμε στην πράξη σώνει και καλά την θεωρία μας. Που αν αποδειχτεί μη εφαρμόσιμη, δεν θα είμαστε ηλίθιοι να την ακολουθούμε και τότε, έτσι, από πείσμα.

Όμως, το είπαμε, ο μαρξισμός επαληθεύεται κάθε μέρα από τον ίδιο τον καπιταλισμό. Επαληθεύεται ωστόσο κι από τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Όχι γιατί οι χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού λέγονται κομουνιστικές (χωρίς να ’ναι), αλλά διότι αντιμετωπίζουν προβλήματα στην εφαρμογή του σοσιαλισμού. Γιατί ο μαρξισμός δεν προβλέπει την εμφάνιση του κομουνισμού σε υπανάπτυκτες χώρες. Η θεωρία του «ασθενούς κρίκου του καπιταλισμού» δεν είναι του Μαρξ, είναι του Λένιν, που όπως ξέρουμε προσάρμοσε το μαρξισμό στις ιδιαίτερες συνθήκες της χώρας του. Και για να τον προσαρμόσει, τον αναθεώρησε. Ο μαρξισμός και ο μαρξισμός-λενινισμός δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλωστε αν ήταν δεν θα χρειαζόταν το δεύτερο συνθετικό του σύνθετου όρου.

Όμως, το πιο ισχυρό επιχείρημα πως ο μαρξισμός επαληθεύεται κάθε μέρα είναι πως καμιά σοβαρή καπιταλιστική επιχείρηση δεν μπορεί να προκόψει πια αν δεν κάνει τις επιλογές της πέρα από την ηθική και έξω από το συναισθηματισμό. Ο επιχειρηματίας δεν θα πάρει έναν ανάπηρο στη δουλειά του, ούτε θα προσλάβει το συγγενή του ή τον κουμπάρο του, ή το γιο του φίλου του, ίσα ίσα για να κάνει ένα ρουσφέτι.

Το μόνο που θα δει ο συνεπής και σωστός καπιταλιστής (ή ο μάνατζερ, πράγμα που είναι το ίδιο) είναι αν ο εργαζόμενος γι’ αυτόν είναι ή δεν είναι ικανός να κάνει με παραγωγική επάρκεια τη δουλειά που πρόκειται να του ανατεθεί. Κι αν για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι πια σε θέση να την κάνει, θα πεταχτεί ανελέητα και χωρίς συναισθηματισμούς από την επιχείρηση.

Ο Μαρξ είχε προβλέψει πως ο καπιταλισμός είναι υποχρεωμένος να γίνεται συνεχώς και περισσότερο απάνθρωπος. Βέβαια, η σημερινή του απανθρωπιά δεν είναι όμοια με αυτήν του 19ου αιώνα, όταν η εκμετάλλευση ήταν απροσχημάτιστη. Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να μας εξαπατά. Αν ο εργαζόμενος τότε αντιμετωπιζόταν σαν ζώο, σήμερα αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο σαν πράγμα, πέρα για πέρα απρόσωπα και μηχανιστικά. Στο σημερινό καπιταλισμό δεν υπάρχουν πρόσωπα, υπάρχουν μόνο άτομα, μονάδες δυνάμενες ή όχι να παράγουν έργο.

Κι αν εμφανιστεί ένα νέο άτομο δυνάμενο να παράγει περισσότερο και καλύτερο έργο από κάποιον άλλο, αυτός ο άλλος θα πεταχτεί ανελέητα στον κάλαθο των αχρήστων, και κανείς πλέον δεν θα τον αντιμετωπίσει σαν πρόσωπο, δηλαδή σαν άνθρωπο με προσωπικότητα και ανάγκες εντελώς εξειδικευμένες. Μέχρι πότε όμως ο άνθρωπος θα αντέχει τον εξευτελισμό να τον αντιμετωπίζουν σαν πράγμα;

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *