Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει σε ποια λασπόνερα θα βυθιστεί η πολιτική ζωή της χώρας όσο πλησιάζουμε στις επόμενες εκλογές. Τα πρώτα δείγματα, όμως, είναι αποκαλυπτικά: όλα δείχνουν ότι οδεύουμε προς μια από τις πιο τοξικές, πιο βρόμικες και πιο ακραίες προεκλογικές περιόδους της μεταπολίτευσης.
Η αιτία είναι προφανής. Στο κυβερνητικό στρατόπεδο επικρατεί εμφανής αναστάτωση μπροστά στη δεδομένη πλέον κάθοδο του υπό ίδρυση κόμματος του Αντώνη Σαμαρά. Μια εξέλιξη που απειλεί να ανοίξει βαθιά ρήγματα στη δεξιά παράταξη και να στερήσει από τη Νέα Δημοκρατία κρίσιμες εκλογικές δυνάμεις.
Όπως γράφαμε και χθες, το νέο πολιτικό μόρφωμα του Μεσσήνιου πολιτικού ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρή εκλογική αιμορραγία στη Ν.Δ. Το κυβερνητικό κόμμα δυσκολεύεται να απαντήσει πολιτικά στις αιχμές του πρώην πρωθυπουργού. Και όταν επιχείρησε να το κάνει, όπως στην υπόθεση των υποκλοπών, κατέληξε σε μια μεγαλειώδη γκάφα που περισσότερο εξέθεσε το ίδιο παρά τον αντίπαλό του.
Εκλογολόγοι εκτιμούν ότι το κόμμα Σαμαρά μπορεί να κινηθεί πάνω από το 6%, με σχεδόν τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες να προέρχονται από ψηφοφόρους που στις προηγούμενες εκλογές είχαν επιλέξει τη Νέα Δημοκρατία. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα έθετε ακόμη και το όριο του 25% υπό αμφισβήτηση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πολιτική κυριαρχία του κυβερνώντος κόμματος.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η μοναδική διέξοδος που φαίνεται να επιλέγει το Μέγαρο Μαξίμου είναι η πόλωση. Η επιδίωξη είναι να στηθεί εκ νέου ένα διπολικό πολιτικό σκηνικό, με βασικό αντίπαλο τον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο θεωρούν εκλογικά πιο διαχειρίσιμο. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι ολοένα πιο ακραίες δημόσιες επιθέσεις κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών.
Αυτό που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση, όμως, είναι η απουσία ουσιαστικής αντίδρασης τόσο από το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα όσο και από τις εισαγγελικές αρχές. Είναι δυνατόν αντιπρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος να διατυπώνει δημόσια τόσο βαριές καταγγελίες περί χρηματισμού πρώην πρωθυπουργού, χωρίς να ακολουθεί καμία θεσμική διερεύνηση; Πώς συμβιβάζεται αυτή η θεσμική ακινησία με την αστραπιαία κινητοποίηση των αστυνομικών και δικαστικών μηχανισμών σε άλλες, σαφώς μικρότερης βαρύτητας, υποθέσεις; (π.χ για την ανάρτηση, μέλους του Ρουβίκωνα, στο διαδίκτυο).
Εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος. Δεν μπορεί να υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Αν δημόσιες καταγγελίες τόσο μεγάλης βαρύτητας δεν απαιτούν ούτε στοιχειώδη διερεύνηση, τότε ποιο είναι το πραγματικό κριτήριο με το οποίο ενεργοποιείται η Δικαιοσύνη; Και τελικά, απέναντι σε ποιον λειτουργεί με ταχύτητα και απέναντι σε ποιον επιλέγει τη σιωπή;
Όταν η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτη εκτόξευση κατηγοριών χωρίς αποδείξεις και χωρίς θεσμικές συνέπειες, δεν πλήττεται μόνο ο αντίπαλος. Υπονομεύεται συνολικά η αξιοπιστία του δημόσιου βίου και ενισχύεται η πεποίθηση ότι η ισονομία στη χώρα μας εφαρμόζεται επιλεκτικά.
Υ.Γ: Αναλογίζεστε τι θα συνέβαινε αν κατονόμαζα σύζυγο κυβερνητικού στελέχους και ισχυριζόμουν ότι γνωρίζω ότι κάνει βίζιτες πολυτελείας με πλουτοκράτες;



0 Comments