Τα Στενά του Ορμούζ έχουν μετατραπεί πλέον σε ένα από τα πιο επικίνδυνα σημεία του πλανήτη. Η ναυσιπλοΐα έχει περιοριστεί δραματικά, εμπορικά πλοία δέχονται επιθέσεις, οι πολεμικές δυνάμεις ΗΠΑ και Ιράν ανταλλάσσουν απειλές και η Ουάσιγκτον δηλώνει ότι μπορεί να διατηρήσει τον ναυτικό αποκλεισμό του Ιράν «επ’ αόριστον».
Δεν πρόκειται για κάποιο απρόβλεπτο «ατύχημα» της διεθνούς πολιτικής. Είναι το αποτέλεσμα μιας πολεμικής κλιμάκωσης που έχει μετατρέψει ολόκληρη την περιοχή σε πυριτιδαποθήκη. Η στρατιωτική επιθετικότητα των ΗΠΑ και του Ισραήλ, οι ανταγωνισμοί των περιφερειακών αστικών τάξεων και ο αγώνας για τον έλεγχο των ενεργειακών δρόμων συγκροτούν ένα εκρηκτικό μείγμα, όπου οι λαοί είναι αυτοί που καλούνται τελικά να πληρώσουν τον λογαριασμό.
Και πίσω από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις περί «ασφάλειας», «ελευθερίας της ναυσιπλοΐας» και «διεθνούς τάξης», βρίσκεται η πολύ πιο πεζή πραγματικότητα: ο ανταγωνισμός για την ενέργεια, τις αγορές, τις θαλάσσιες οδούς και τα κέρδη του κεφαλαίου.
Η «κανονικότητα» των κανονιοφόρων
Η δήλωση του Αμερικανού υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ ότι οι ΗΠΑ μπορούν να διατηρήσουν επ’ αόριστον τον αποκλεισμό του Ιράν αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο τη λογική της Ουάσιγκτον: στρατιωτική πίεση μέχρις ότου η Τεχεράνη υποκύψει στις απαιτήσεις της.
Την ίδια στιγμή, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή ενισχύεται και η Ουάσιγκτον επιχειρεί να επιβάλει τη δική της ερμηνεία για το ποιος έχει τον έλεγχο των Στενών.
Μόνο που η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η Τεχεράνη διαθέτει σημαντικό γεωγραφικό και στρατιωτικό πλεονέκτημα στην περιοχή και έχει επανειλημμένα διαμηνύσει ότι θεωρεί τα Στενά υπό τον έλεγχό της. Οι δύο πλευρές διεκδικούν ουσιαστικά το δικαίωμα να καθορίζουν ποιος περνά, πότε και με ποιους όρους.
Έτσι, το Ορμούζ μετατρέπεται σε πεδίο ενός ακήρυχτου οικονομικού και στρατιωτικού πολέμου.
Από τη μία, ο αμεικανικός ιμπεριαλισμός επιχειρεί να στραγγαλίσει οικονομικά το Ιράν και να επιβάλει τους όρους του. Από την άλλη, η ιρανική αστική τάξη αξιοποιεί το γεωγραφικό πλεονέκτημα της χώρας και τη στρατηγική σημασία των Στενών ως διαπραγματευτικό όπλο. Και οι δύο πλευρές μιλούν για «εθνικά συμφέροντα».
Μόνο που τα συμφέροντα των αστικών τάξεων δεν ταυτίζονται με τα συμφέροντα των λαών.
Ποιος πληρώνει τα σπασμένα;
Το Ορμούζ δεν είναι απλώς ένας θαλάσσιος διάδρομος. Από την περιοχή περνά περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και LNG. Όταν η ναυσιπλοΐα περιορίζεται, ολόκληρη η παγκόσμια αγορά ενέργειας βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα τεράστιο κύμα αβεβαιότητας. Και εδώ αποκαλύπτεται για ακόμη μία φορά η ταξική ουσία του συστήματος.
Οι πολυεθνικές της ενέργειας και οι μεγάλες επιχειρήσεις εμπορευμάτων διαθέτουν τους μηχανισμούς για να μετακυλίσουν το κόστος, να κερδοσκοπήσουν πάνω στις διακυμάνσεις των τιμών και να αξιοποιήσουν την κρίση προς όφελός τους.
Για τον εργαζόμενο, όμως, η κρίση μεταφράζεται πολύ διαφορετικά:
⏩ σε ακριβότερα καύσιμα,
⏩ σε αυξήσεις στις τιμές των μεταφορών,
⏩ σε ακριβότερα τρόφιμα και βασικά αγαθά,
⏩ σε νέα πίεση στους μισθούς,
⏩ σε μεγαλύτερη φτώχεια για τα λαϊκά νοικοκυριά.
Και πάνω απ’ όλα, μεταφράζεται σε ανθρώπινες ζωές που μπαίνουν στη ζυγαριά των επιχειρηματικών συμφερόντων.
Οι ναυτεργάτες δεν είναι αναλώσιμο υλικό
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η θέση των ναυτεργατών. Άνθρωποι που δεν έχουν καμία συμμετοχή στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς των κυβερνήσεων και των πολυεθνικών βρίσκονται μέσα σε πλοία που διασχίζουν μία από τις πιο επικίνδυνες θαλάσσιες ζώνες του πλανήτη.
Την ώρα που οι κυβερνήσεις μιλούν για «ελευθερία της ναυσιπλοΐας», οι ναυτεργάτες καλούνται να ταξιδεύουν μέσα σε έναν θαλάσσιο διάδρομο όπου drones, πύραυλοι, πολεμικά πλοία και αποκλεισμοί αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινότητας.
Για το εφοπλιστικό κεφάλαιο πρόκειται για εμπορική δραστηριότητα. Για τον ναυτεργάτη πρόκειται για τη ζωή του.
Και αυτή η αντίθεση δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από καμία σημαία, κανένα εθνικό συμφέρον και κανένα κυβερνητικό διάγγελμα.
Η ελληνική αστική τάξη κοιτάζει τα δικά της συμφέροντα
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό περιβάλλον, η Ελλάδα δεν αποτελεί έναν ουδέτερο παρατηρητή. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επιλέξει σταθερά την πρόσδεση στον ευρωατλαντικό άξονα και την ενίσχυση της στρατιωτικής και γεωπολιτικής σχέσης με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.
Παράλληλα, η Ελλάδα διαθέτει ένα τεράστιο εφοπλιστικό κεφάλαιο με άμεσο ενδιαφέρον για την ασφαλή και απρόσκοπτη λειτουργία των διεθνών θαλάσσιων δρόμων.
Ο ίδιος ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει αναγνωρίσει δημόσια ότι υπάρχουν δεκάδες ελληνόκτητα πλοία στην ευρύτερη περιοχή και ότι η ελληνική κυβέρνηση συμμετέχει στις διεθνείς προσπάθειες για το άνοιγμα των Στενών. Έχει επίσης δηλώσει ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να συμβάλει, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες, σε «αμυντική» και «βοηθητική» παρουσία στην περιοχή.
Ας μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν.
Πίσω από τις διακηρύξεις περί «ελευθερίας της ναυσιπλοΐας» υπάρχει και το πολύ συγκεκριμένο συμφέρον του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου να συνεχίσει απρόσκοπτα τις μεταφορές και τις μπίζνες του. Και αυτό είναι το σημείο όπου πρέπει να τεθεί το πραγματικό ερώτημα:
Ποιανού την ελευθερία προστατεύουν; Την ελευθερία των λαών ή την ελευθερία του κεφαλαίου να συνεχίζει να κερδοφορεί μέσα από τους θαλάσσιους δρόμους του πλανήτη;
Καμία εμπλοκή στους πολέμους τους
Οι εξελίξεις στο Ορμούζ επιβεβαιώνουν κάτι που η ιστορία έχει αποδείξει αμέτρητες φορές: Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί δεν οδηγούν σε ειρήνη. Οδηγούν σε πολέμους, αποκλεισμούς, προσφυγιά, ακρίβεια και θάνατο. Και όσο περισσότερο βαθαίνει η εμπλοκή των μεγάλων δυνάμεων, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος μιας γενικευμένης ανάφλεξης.
Για το εργατικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα η απάντηση δεν μπορεί να είναι η επιλογή ανάμεσα στον έναν και τον άλλο ανταγωνιστικό πόλο. Δεν έχουμε τίποτα να κερδίσουμε από τα παζάρια της Ουάσιγκτον. Δεν έχουμε τίποτα να κερδίσουμε από τα παζάρια της Τεχεράνης. Δεν έχουμε τίποτα να κερδίσουμε από τους πολεμικούς σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και του Ισραήλ. Και πολύ περισσότερο δεν έχουμε τίποτα να κερδίσουμε από την εμπλοκή της Ελλάδας στους πολέμους και στους ανταγωνισμούς τους.
Καμία συμμετοχή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς πολεμικούς σχεδιασμούς.
Καμία ελληνική φρεγάτα και κανένας Έλληνας στρατιώτης για τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ, του Ισραήλ και των εφοπλιστών.
Καμία ανοχή στη μετατροπή της χώρας σε πολεμικό ορμητήριο.
Αλληλεγγύη στους λαούς της Μέσης Ανατολής.
Οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα μεταξύ τους.
Αυτοί που έχουν να χωρίσουν τα πάντα είναι οι καπιταλιστές που ανταγωνίζονται για αγορές, πετρέλαιο, δρόμους ενέργειας και γεωπολιτική ισχύ. Και απέναντι σε αυτούς τους ανταγωνισμούς, η δική μας πλευρά δεν μπορεί να είναι άλλη από την πλευρά των εργαζομένων και των λαών.



0 Comments