Δύο άνθρωποι νεκροί. Σπίτια στις φλόγες. Κάτοικοι να εγκαταλείπουν τις περιουσίες τους. Εκκενώσεις με το 112 και ακόμη και προετοιμασία θαλάσσιας απομάκρυνσης. Και πάνω απ’ όλα, η γνώριμη εικόνα μιας χώρας που κάθε καλοκαίρι παρακολουθεί τις ίδιες τραγωδίες να επαναλαμβάνονται.
Η Κυριακή 16 Αυγούστου εξελίχθηκε σε εφιάλτη για τη Σαλαμίνα. Δύο μεγάλα πύρινα μέτωπα ξέσπασαν στις περιοχές Περιστέρια και Σελήνια, με τις φλόγες να εξαπλώνονται γρήγορα, καθώς οι ισχυροί άνεμοι δυσκόλευαν το έργο της πυρόσβεσης.
Η τραγωδία πήρε ακόμη πιο δραματική διάσταση όταν, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης κατάσβεσης στα Περιστέρια, εντοπίστηκαν δύο σοροί αγνώστων μέχρι στιγμής στοιχείων, στην οδό Ανδρομάχης, κοντά στο σημείο όπου εκτιμάται ότι ξεκίνησε η φωτιά. Εννιά άτομα μεταφέρθηκαν με εγκαύματα στο Κέντρο Υγείας Σαλαμίνας.
Την ίδια ώρα, η επιχείρηση κατάσβεσης βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, με εκατοντάδες πυροσβέστες, οχήματα, δυνάμεις ΕΜΟΔΕ και εναέρια μέσα να επιχειρούν στα μέτωπα. Τα μηνύματα του 112 διαδέχονται το ένα το άλλο, ενώ σε ορισμένες περιοχές τέθηκε σε εφαρμογή ακόμη και σχέδιο θαλάσσιας εκκένωσης.
Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να σβήσει μαζί με τα δέντρα και τα σπίτια:
Πόσες φορές θα καεί ακόμη αυτή η χώρα μέχρι η πολιτική ευθύνη να πάψει να αντιμετωπίζεται σαν απαγορευμένη λέξη; Γιατί κάθε φορά που καίγεται ένας τόπος, η κυβέρνηση έχει μια έτοιμη εξήγηση. Ο άνεμος. Η κλιματική κρίση. Οι ακραίες συνθήκες. Οι εμπρηστές. Οι «ασύμμετρες απειλές».
Όλα μπορεί να συμβάλλουν στην εξάπλωση μιας πυρκαγιάς. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να χρησιμοποιεί την ύπαρξη φυσικών φαινομένων ως λευκή επιταγή για να απαλλάσσει την πολιτική εξουσία από κάθε ευθύνη για την πρόληψη, την πυροπροστασία, τον σχεδιασμό και την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Όταν ο Άδωνις μιλούσε για «Νέρωνες»
Και εδώ βρίσκεται μια από τις πιο χαρακτηριστικές πλευρές της πολιτικής υποκρισίας. Αξίζει να θυμηθούμε τι έλεγε ο Άδωνις Γεωργιάδης την εποχή που βρισκόταν στην άλλη πλευρά του πολιτικού τραπεζιού, ως βουλευτής του ΛΑ.ΟΣ., όταν η κυβέρνηση Καραμανλή βρισκόταν αντιμέτωπη με τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2007.
Ο σημερινός υπουργός δεν περιοριζόταν τότε σε μια ήπια κριτική. Μιλούσε για αποτυχία της κυβέρνησης και διερωτόταν με τον γνωστό του θεατρικό τρόπο: «Τι πρέπει άλλο να καεί για να πούνε κάποιοι ότι απέτυχε η κυβέρνηση;» Και βέβαια είχε προηγηθεί η περίφημη αναφορά του στον Νέρωνα, με τον Γεωργιάδη να ειρωνεύεται την κυβέρνηση Καραμανλή για τις καταστροφές από τις πυρκαγιές. Οι δηλώσεις αυτές έχουν καταγραφεί και επανέλθει πολλές φορές στη δημοσιότητα.
Τότε η πυρκαγιά ήταν πολιτικό όπλο. Τότε η κυβέρνηση έπρεπε να λογοδοτήσει. Τότε το ερώτημα «τι άλλο πρέπει να καεί;» θεωρούνταν απολύτως θεμιτό να απευθύνεται στην εξουσία.
Σήμερα, όμως, όταν στην εξουσία βρίσκεται η Νέα Δημοκρατία, το ίδιο ερώτημα μοιάζει να έχει εξαφανιστεί από το λεξιλόγιο του κ. Γεωργιάδη και των κυβερνητικών στελεχών.
Η μνήμη, βλέπετε, είναι πολύ επιλεκτική όταν συνοδεύεται από υπουργική καρέκλα. Το ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι ο ίδιος ο Γεωργιάδης, όταν ρωτήθηκε το 2022 για όσα έλεγε το 2007, απάντησε ότι ως «νέο παιδί» έλεγε «και κάποιες υπερβολές».
Μόνο που για τις οικογένειες που θρηνούν σήμερα στη Σαλαμίνα, για τους ανθρώπους που βλέπουν το σπίτι τους να καίγεται και για εκείνους που τρέχουν να σωθούν, η πολιτική ευθύνη δεν είναι «υπερβολή».
Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλες δικαιολογίες Κάθε καλοκαίρι ακούμε ότι «ο κρατικός μηχανισμός έκανε ό,τι μπορούσε». Κάθε καλοκαίρι ακούμε ότι «οι συνθήκες ήταν ακραίες». Κάθε καλοκαίρι ακούμε ότι «η κλιματική αλλαγή είναι πρωτοφανής».
Και κάθε καλοκαίρι άνθρωποι πεθαίνουν, σπίτια καταστρέφονται, δάση γίνονται στάχτη και ολόκληρες περιοχές εγκαταλείπονται μέσα σε λίγες ώρες.
Η κλιματική κρίση είναι πραγματική. Οι ισχυροί άνεμοι είναι πραγματικοί. Οι υψηλές θερμοκρασίες είναι πραγματικές.
Αλλά πραγματική είναι και η πολιτική επιλογή για το πόσα χρήματα θα κατευθυνθούν στην πρόληψη, πόσο προσωπικό θα υπάρχει, πόσα μέσα θα διατίθενται, πόσο οργανωμένη θα είναι η πυροπροστασία και πόσο έγκαιρα θα προστατεύονται οι άνθρωποι.
Και εκεί ακριβώς αρχίζει η πολιτική συζήτηση που η κυβέρνηση προσπαθεί μονίμως να αποφύγει.
Δεν είναι δυνατόν κάθε φορά που καίγεται ένας τόπος να ζητείται από τους πολίτες να αρκεστούν σε ένα μήνυμα του 112 και σε μια δήλωση ότι «όλος ο κρατικός μηχανισμός βρίσκεται σε επιφυλακή».
Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται μόνο ειδοποίηση για να φύγουν. Χρειάζονται κράτος που να έχει κάνει όσα έπρεπε πριν φτάσει η φωτιά στην πόρτα τους.
Σήμερα η Σαλαμίνα θρηνεί δύο ανθρώπους. Άνθρωποι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και οι πυροσβέστες δίνουν μάχη μέσα στις φλόγες.
Και η κυβέρνηση θα πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει όχι μόνο για το πόσο γρήγορα έφτασε η φωτιά, αλλά και για το πόσο καλά είχε προετοιμαστεί η πολιτεία για να την αντιμετωπίσει. Γιατί η πολιτική υποκρισία έχει ένα όριο. Και το όριο αυτό είναι οι ανθρώπινες ζωές.
Η Σαλαμίνα θρηνεί. Τα σπίτια καίγονται. Και η χώρα εξακολουθεί να περιμένει από την εξουσία κάτι περισσότερο από δικαιολογίες.


0 Comments