Για τον Δημήτρη Κουφοντίνα…

Είναι σύνηθες οι αποκαλούμενες «δημοκρατίες» όταν νιώθουν απειλή ή θέλουν να αξιώσουν τους όρους της κυριαρχίας τους να παίρνουν αντιδημοκρατικά μέτρα ώστε να επιτύχουν τον σκοπό τους. Και όπως γράφτηκε παλιότερα σε ένα από τα σημαντικότερα εν Ελλάδι περιοδικά, «η καλύτερη άμυνα της δημοκρατίας είναι η αυτοκατάργησή της».

Οι διαχειριστές και οι ένθερμοι υπερασπιστές της «δημοκρατίας», αυτοί που φωνασκούν ασυστόλως και ευθαρσώς στα τηλεοπτικά παράθυρα και στις στήλες των φυλλάδων, αυτοί που επιδιώκουν τη «δημοκρατική» ησυχία ώστε ησύχως να νέμονται την εξουσία, είναι αυτοί που κάθε φορά είναι έτοιμοι να συντρίψουν οτιδήποτε θα σταθεί εμπόδιο ή θα θίξει τα «δημοκρατικά» τους συμφέροντα.

Το καλοκαίρι του 2002 με αφορμή τις συλλήψεις των μελών (και μη) της 17 Νοέμβρη η κυρίαρχη τάξη και οι συν αυτώ εγκάθετοι προσπάθησαν (αφελώς και μεγαλοστόμως) να κλείσουν τον κύκλο ενός αιτήματος για κοινωνικό μετασχηματισμό που ήταν έκδηλο στα πρώτα χρόνια της μεταπολιτευτικής περιόδου. Με αφορμή τη 17 Νοέμβρη επιχειρήθηκε όχι μόνο η ποινικοποίηση της δράσης αλλά και η ποινικοποίηση των ριζοσπαστικών ιδεών. Πολιτικοί αγνώμονες, δημοσιογραφίσκοι και αγράμματοι τηλεκριτές και σχολιαστές των πάντων προσπαθούσαν να τελειώσουν με οτιδήποτε ριζοσπαστικό είχε απομείνει από το σαρωτικό πέρασμα της ευδαίμονος Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Και η υπόθεση της 17Ν αποτέλεσε το άρμα για την τότε επίθεση στις ριζοσπαστικές ιδέες. Επικεντρώνοντας τώρα στη 17Ν, αν κάποιος προσπάθησε να υπερασπιστεί ουσιωδώς τη δράση και την ιστορία της (καθώς και την προσωπική του διαδρομή και πορεία), αυτός ήταν ο Δημήτρης Κουφοντίνας. Κι αυτό η γαλαντόμα και συγκαταβατική «δημοκρατία» δεν του το συγχωρεί.

Ασχέτως του αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τη δράση της 17Ν, πρέπει να είναι τυφλός για να μη μπορεί να δει τη συνέπεια των λόγων του Κουφοντίνα. Και πάνω σε αυτή τη συνέπεια είναι που πατούν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί για να του αρνούνται το στοιχειώδες δικαίωμα στην άδεια. Όχι προφανώς για να μη βγει από τη φυλακή και συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα (εξάλλου ο ίδιος έχει δηλώσει ότι η 17 Νοέμβρη «έχει τελειώσει»), αλλά γιατί δεν αρνείται την ιστορία του, δεν αρνείται τον αξιακό του κώδικα, δεν υπογράφει την πολυπόθητη για την εξουσία «δήλωση μετανοίας». Αν αυτό δεν αποτελεί πράξη αξιοπρέπειας και ήθους, τότε τι είναι ήθος και αξιοπρέπεια; Πάντως σίγουρα όχι η στάση των υπερασπιστών της δημοκρατικής νομιμότητας οι οποίοι, έχοντας πάρει την εργολαβία της «αντιτρομοκρατικής» καμπάνιας, γέμισαν το σακούλι τους με τα «αντιτρομοκρατικά» κονδύλια και έχτισαν πολιτικές καριέρες στο όνομά της. Αυτός ο λυσσασμένος πόθος των «δημοκρατικών» θεσμών για τη διάλυση της αξιοπρέπειας και την ταπείνωση του Δημήτρη Κουφοντίνα συνεχίστηκε και στην προ λίγων ημερών  απόρριψη του αιτήματος για άδεια. Σαν άλλοι στρατοδίκες των πιο σκοτεινών στιγμών της νεοελληνικής ιστορίας, απέρριψαν το αίτημα για άδεια λόγω της μη αλλαγής του συνειδησιακού υποβάθρου του Κουφοντίνα (!). Ο τραγέλαφος των διωκτικών μηχανισμών θεώρησε ότι η άδεια στον φυλακισθέντα δεν πρόκειται να συμβάλει στην προσωπική και κοινωνική του ανέλιξη.

Στην περίπτωση του Κουφοντίνα, αλλά και των υπόλοιπων της 17Ν, το εν Ελλάδι καθεστώς δεν έκανε το στοιχειώδες: την αναγνώριση των καταδικασθέντων ως πολιτικών κρατουμένων. Βόλευε η παρουσίασή τους ως «δολοφόνων» και «κατσιαπλιάδων», δηλαδή η επίκληση εύπεπτων και απονενοημένων αφορισμών μαζικής και ευρείας κατανάλωσης, διότι έτσι θα ικανοποιούνταν το κυρίαρχο αφήγημα και η επιθυμία της οικονομικής και πολιτικής ελίτ.

Αν στην πολιτική η διάκριση φίλου και εχθρού αποτελεί μια ουσιαστική νοηματοδότηση, τότε ο Δημήτρης Κουφοντίνας έχει διαλέξει εδώ και δεκαετίες στρατόπεδο. Στη σημερινή συγκυρία η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να νομιμοποιήσει κοινωνικά τα θεμέλια της εγκυρότητάς του έχει οδηγήσει στο να καταστεί ο φόβος το πρωτεύον ενοποιητικό στοιχείο της κοινωνικής συνοχής. Η υπεράσπιση του αιτήματος του Δημήτρη Κουφοντίνα για άδεια δεν σημαίνει την αποδοχή των επιλογών του. Αυτές δεν θα αξιολογηθούν ούτε στα δικαστήρια ούτε στις στήλες των εφημερίδων αλλά μόνο μέσα στις κοινωνικές διεργασίες. Όμως, σε μια περίοδο που η κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά τείνει να καταστεί ο κανόνας άσκησης της πολιτικής, σε μια περίοδο που η διακυβέρνηση γίνεται με διατάγματα, η περιφρούρηση έστω και των στοιχειωδών δικαιωμάτων απέναντι στη βαρβαρότητα του κυρίαρχου συστήματος αποτελεί επιτακτική ανάγκη όσων αγωνίζονται για μια πιο ελεύθερη κοινωνία. Διότι η οκνηρία απέναντι στο δικαίωμα της ελευθερίας σήμερα θα γίνει αύριο ένας εφιάλτης από τον οποίο θα δυσκολευτούμε αρκετά για να αποδράσουμε.

Πηγή: Νίκος Κατσιαούνης – «Εφημερίδα των Συντακτών’

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *