Όταν τα παρακάτω τα επισημαίνει μια αστική δημοσιογράφος όπως η Νίκη Λυμπεράκη, μέσα από τις σελίδες του ΒΗΜΑΤΟΣ, εύλογα τίθεται το ερώτημα: τι περισσότερο θα μπορούσε να προσθέσει ένας αντιεξουσιαστικός ιστότοπος; Όταν η κριτική για τη θεσμική εκτροπή, την εργαλειοποίηση των κανόνων και το πελατειακό κράτος διατυπώνεται πλέον από την έντυπη ναυαρχίδα του καθεστωτικού τύπου, τότε ίσως το πρόβλημα να είναι πολύ πιο βαθύ και ορατό για το πολιτικό σύστημα απ’ όσο κάποιοι θα ήθελαν να πιστεύουν.
Δήθεν μεταρρυθμίσεις ως άλλοθι
Η συζήτηση για θεσμικές αλλαγές είναι πάντα χρήσιμη. Το για ποιον είναι χρήσιμη όμως, το καθορίζει η συγκυρία. Αν, για παράδειγμα, τα περί ασυμβίβαστου υπουργού – βουλευτή προέκυπταν το 2019 ο νεοεκλεγείς τότε πρωθυπουργός, θα ήταν μια συζήτηση χρήσιμη για τη χώρα. Παρά τα προφανή ζητήματα που ανοίγει – ακόμη μεγαλύτερες εξουσίες στο Μαξίμου που θα μπορεί να αλλάζει κατά το δοκούν (και το συμφέρον) τη σύνθεση του Κοινοβουλίου, άρα νόθευση της λαϊκής εντολής – θα ήταν ένας ενδεικτικός προβληματισμός. Μπορεί μάλιστα να έφερνε στο τραπέζι και πιο προωθημένες αλλαγές, όπως τις μονοεδρικές περιφέρειες, αλλά και την κατάργηση του σταυρού που είναι η προφανής θεραπεία του εθνικού μας εθισμού στο ρουσφέτι. Ποιο κόμμα όμως θέλει στ’ αλήθεια να καταργήσει την εξάρτηση των πολιτών από τα πολιτικά γραφεία;
Το θέμα, ωστόσο, δεν το άνοιξε ο νεοεκλεγείς πρωθυπουργός το 2019, στο πλαίσιο της μεταρρυθμιστικής ατζέντας του, αλλά ο πιεσμένος πρωθυπουργός του 2026, μετά από επτά χρόνια στην εξουσία. Και δεν το έφερε εν κενώ, αλλά μόνο ως απόπειρα αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης που έχει βαρεθεί οκτώ μήνες τώρα να μετράει γίδια, βοσκοτόπια και γαλάζιους βουλευτές, υπουργούς και στελέχη που ελέγχονται. Οπότε, εκ των πραγμάτων, η συζήτηση γίνεται εκ του πονηρού και δύσκολα πείθει τον πολίτη για τις αγαθές προθέσεις των εμπνευστών.
Άλλωστε, αν μιλάμε για θεσμούς, η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει δώσει απλά δείγματα γραφής, αλλά έχει γράψει τόμους ολόκληρους περιφρόνησης και εργαλειοποίησης του θεσμικού αποθέματος της χώρας. Οι μεθοδεύσεις στην υπόθεση των υποκλοπών, οι ad hoc αλλαγές της νομοθεσίας σχετικά, οι απροκάλυπτες ακροβασίες ακόμη και μέσα στο Κοινοβούλιο προκειμένου να μην ανοίξουν καν έρευνες, η κατάχρηση του άρθρου 86 για να προστατευθούν υπουργοί, την ίδια ώρα που η κυβέρνηση κηρύσσει τάχα την ανάγκη αλλαγής του για να μπει τέλος στην ατιμωρησία των πολιτικών, το «μαγείρεμα» με τη σύνθεση των ανεξάρτητων αρχών είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Εξίσου αποκαλυπτική για τον σεβασμό στους θεσμούς είναι άλλωστε και το πάρτι των απευθείας αναθέσεων.
Ως το 2021, για λόγους διαφάνειας, υπήρχε κόφτης στις 20.000 ευρώ. Η κυβέρνηση τον ανέβασε υπό προϋποθέσεις στις 60.000 ευρώ και τα στοιχεία δείχνουν πως 3 στις 4 συμβάσεις δίνονται χωρίς διαγωνισμό. Τα τελευταία έξι χρόνια έχουν δοθεί πάνω από 8 δισ. ευρώ σε απευθείας αναθέσεις και άλλες τόσες συμβάσεις μέσω διαγωνισμών με έναν μόνο υποψήφιο. Πόσοι άραγε πήραν τη δουλειά; Ο πιο άξιος ή μήπως ο πιο «δικός μας»;
Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι η έλλειψη θεσμικών αντίβαρων, αλλά η έλλειψη σεβασμού σε αυτά από μια κυβέρνηση που έχει αποδείξει ξανά και ξανά πως δεν έχει αναστολές, αν το κόμμα χρειάζεται «προστασία». Το ίδιο επιχειρείται και πάλι με τον μανδύα μιας τάχα μεταρρυθμιστικής διάθεσης για να θεραπευτούν οι πάντα βολικές «διαχρονικές παθογένειες».


0 Comments