Για το θέμα που πραγματεύεται το παρακάτω ηλεκτρονικό μήνυμα που πήραμε από αναγνώστη, έχουμε τοποθετηθεί σαν ιστοσελίδα στην ανάρτηση “Περί προβοκάτσιας και προβοκατόρων το ανάγνωσμα“. Το διευκρινίζουμε αυτό για να τονίσουμε ότι οι παρακάτω απόψεις εκφράζουν αποκλειστικά τον επιστολογράφος μας, όπως το ίδιο συμβαίνει με όλες τις αναδημοσιεύσεις που κάνουμε. Εκφράζουν τον συντάκτη τους.
Κολλημένοι στη λάσπη

“Οι συγκρούσεις δεν έχουν καμία σχέση με τα Τέμπη και την οργή για την κυβέρνηση, αλλά με ένα παγιωμένο μίσος για την αστυνομία και τους εκάστοτε διαχειριστές της εξουσίας. Που έχει πάντα και σταθερά αριστερό πρόσημο, αντικοινωνικά ελατήρια, όπως επίσης και αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά. Με τα μεγάλα κοινωνικά γεγονότα να χρησιμοποιούνται ως ευκαιρίες για αναταραχή”
Η κοινοβουλευτική αριστερά μετά των ακολούθων της δε θα μπορούσε παρά να αρνείται την παραπάνω πολιτική κριτική των αντιπάλων της. Πρώτα και κύρια επειδή δεν έχει καμία σχέση με αυτού του είδους την πολιτική δράση. Αλλά και επειδή διακατέχεται από χρόνια ενοχικά σύνδρομα, ενώ παράλληλα νιώθει την ανάγκη να δηλώσει νομιμοφροσύνη στο σύστημα εξουσίας του οποίου αποτελεί οργανικό κομμάτι.
Μη ξεχνάμε πως τα κόμματα της αριστεράς δεν καταδικάζουν απλώς τη ‘βία απ’ όπου κι’ αν προέρχεται’. Αλλά αποτελούν και τη βασική πηγή σπίλωσης ως προβοκατόρων, όσων παίρνουν το δρόμο της πολιτικής βίας, επιτιθέμενοι στην τάξη των εκμεταλλευτών, και καταστρέφοντας οτιδήποτε τους κάνει πιο ισχυρούς και διαιωνίζει την εξουσία τους. Χρησιμοποιώντας μάλιστα τον κυρίαρχο λόγο περί “γνωστών-αγνώστων”, “πρακτόρων”, “κουκουλοφόρων”. Μιας και αυτή τη σπίλωση την κάνουν σε συνεργασία με τους δημοσιογράφους, το κράτος, και φυσικά μερικούς αδαείς που δεν είναι παρά οι πάντα απαραίτητοι χρήσιμοι ηλίθιοι.
Όσοι όμως έχουν επαφή με το δρόμο ή έστω τα κατηγορητήρια των συλληφθέντων, που σε αντίθεση με τους φανταστικούς πράκτορες είναι πραγματικοί άνθρωποι που συμμετέχουν σε καταλήψεις ή ανήκουν σε συλλογικότητες, γνωρίζουν πως όλα αυτά είναι μυθεύματα.
Σαφώς και υπάρχουν ομάδες συλλήψεων αποτελούμενες από ασφαλίτες με περιβολή διαδηλωτών. Που σαφώς και βγαίνουν πίσω από τις πλάτες και την προστασία των ΜΑΤ, όπως επίσης και κινούνται σε ομάδες. Συχνά κοντά στην πρώτη γραμμή και δίπλα σε όσους επιτίθενται στις δυνάμεις καταστολής. Προκειμένου να τους επιτηρούν, μα και να τους απομονώνουν ή να τους βάζουν καμιά τρικλοποδιά που θα επιτρέψει στα ΜΑΤ να ορμήσουν και να τους συλλάβουν. Στην εγχώρια αστυνομία, αλλά και σε αυτές του υπόλοιπου πλανήτη. Σε κάθε μέρος του οποίου ένα μειοψηφικό κομμάτι της κοινωνίας επιλέγει το δρόμο της σύγκρουσης.
Τις περισσότερες φορές ναι, βλέποντας τα μεγάλα γεγονότα που προκαλούν κοινωνική δυσαρέσκεια, ως ευκαιρίες για πολιτική δράση και επίθεση.
Αξίζει δε να παρατηρήσουμε πως όσο πιο μακριά (άρα και ακίνδυνα) συμβαίνουν οι βίαιες κοινωνικές αναταραχές, τόσο περισσότερο αγκαλιάζονται από τη συστημική αριστερά που εκεί βλέπει πάντα ‘λαούς που αντιστέκονται στην καπιταλιστική βαρβαρότητα’, και ποτέ λούμπεν μπαχαλάκηδες ή ενεργούμενα του κράτους.
Ο σπόρος της προβοκατορολογίας εννοείται πως πιάνει καλύτερα στο χωράφι των ψηφορόρων της. Στην πλήρως συμβιβασμένη, αν όχι ευχαριστημένη, εργατική τάξη, που έχει αποδεχθεί τη συνθήκη της μισθωτής σκλαβιάς ως περήφανα ηθικός δουλευταράς. Που είναι μάλιστα και περισσότερο πατριώτης από τον υποκριτή δεξιό, ενώ θέλει αποτελεσματικό στρατό, εκπαιδευμένη αστυνομία, κανονική χώρα, σταθερότητα.

Δε θα απειληθεί ποτέ να γαζωθεί σα ρομά που έκλεψε ένα αυτοκίνητο, ούτε και να πνιγεί σαν πρόσφυγας στο αιγαίο. Δε θα περάσει από τη ΓΑΔΑ ως παραβατικός, τοξικοεξαρτημένος, πόρνη, μετανάστης, συλληφθείς σε συγκρούσεις. Αυτός ούτε καν θα τσακιστεί από τα ΜΑΤ έξω από κάποιο γήπεδο ως άγρια νεολαία ή χουλιγκάνος. Του είναι οπότε αδύνατο ακόμα και να διανοηθεί πως οι απόκληροι και κοινωνικά περιθωριοποιημένοι θα ψάχνουν επίσης ευκαιρίες να περάσουν στο προσκήνιο, κάνοντας έστω για λίγο το φόβο να αλλάξει μεριά, με ω τι φρίκη! άκομψο τρόπο.
Θα πει βέβαια “ε όχι και τα δικά μου παιδιά στα τρένα”, και θα κατέβει για μια βόλτα στο κέντρο. Για να ζητήσει παραίτηση κυβέρνησης και αλλαγής της με μια άλλη φιλολαϊκή. Που θα έχει πραγματική δικαιοσύνη που ξαφνικά θυμήθηκε πως θέλει(για τα παιδιά του πάντα), και ηθικούς λαοσώστες κυβερνήτες που ορκίζονται στη δημοκρατική νομιμότητα. Οι οποίοι θα αναδειχθούν μέσα από τα πολιτικά κόμματα. Που δεν τον έχουν πείσει μόνο για το παραπάνω κοινοβουλευτικό sci-fi. Αλλά και πως αυτό που φοβάται περισσότερο, και άρα θέλει να σαμποτάρει, το πολιτικό προσωπικό των κεφαλαιοκρατών, είναι οι μονοήμερες απεργίες εν είδει φωτοβολίδας, και οι ειρηνικές μαζώξεις εν είδει μνημόσυνου ή happening.
Τις οποίες διαλύει μυστικά το κράτος που τρέμει μια παρέλαση μετά 2ωρης στάσης έξω από τη βουλή.
Το ίδιο αφήγημα σε αέναη λούπα από κάλπη σε κάλπη, και δια πάσα νόσο και πάσα μαλακία. Από μνημόνια και μένουμε Ευρώπη, μέχρι μακεδονικό και Τέμπη. Διαχρονικά, αλλά με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα από το Δεκέμβρη του 2008 και μετά. Έχοντας φτάσει ήδη στο σημείο να ανεβαίνουν βίντεο με πρόσωπα στο διαδίκτυο, από κινητά διαδηλωτών που στην προσπάθεια τους να ξεσκεπάσουν το κράτος, δουλεύουν καλύτερα από τις ίδιες του τις κάμερες.
Με την πρακτορολογία να εξαπλώνεται μιας και βρίσκει φυσικά ευήκοα ώτα και στην “αντισυστημική” alt right. Των αντιεμβολιαστών μεταναστοφάγων της woke ατζέντας και του λαθροεποικισμού. Με τη θεωρία περί “βαλτών” να γίνεται ένα ακόμα υλικό του συνωμοσιολογικού αχταρμά που συνεχώς ανώδυνα αναζητά “τι μας κρύβουν”, αλλά ποτέ τα όσα επώδυνα μας φανερώνουν.

Οι κοινωνίες ευτυχώς δεν κινούνται τόσο βολικά, γραμμικά και έλλογα, αλλά μάλλον δε θα μπορούσε και να γίνεται διαφορετικά παρά να ξεσπούν. Επειδή χρειάζεται να εκτονωθούν για την καταπίεση που υφίστανται, επιστρέφοντας λίγη ή πολλή από τη βία που καθημερινά εισπράττουν. Με το περιοδικό και άκαιρο ξέσπασμα τους να προσιδιάζει, ενδεχομένως ενοχλητικά, με έναν αταβισμό ή ακόμα και φετιχισμό της βίας. Αλλά και να μην μπορεί να κρυφτεί πίσω από θεωρίες για “στημένα επεισόδια”.
Το εγχώριο αναρχικό κίνημα αν και γνωρίζει τον ρόλο των ΠΑΕ και των ιδιωτικών στρατών τους, δείχνει να έχει κάνει την επιλογή να βλέπει τους αντιφασίστες οπαδούς ως μια ευπρόσδεκτη αύξηση της “δύναμης πυρός” του. Όπως σε ένα βαθμό και τους παραβατικούς, λούμπεν, μπαχαλάκηδες, αντικοινωνικά στοιχεία. Και αυτές οι επιλογές δείχνουν να έχουν αποτύπωμα στη δράση του. Το αν αυτό είναι θετικό ή αρνητικό, αν η επιλογή είναι σωστή ή λάθος, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικού διάλογου χωρίς ελεεινολογίες και χαφιεδισμούς.
Όπως μπορεί να γίνει πολλή και ποικίλη πολιτική κριτική συνολικά στην επιλογή της πολιτικής βίας. Στον τρόπο δράσης, τις στοχεύσεις, την αποτελεσματικότητα, ακόμα και στις αυταπάτες της. Είναι τουλάχιστον ντροπή όμως να βαφτίζεις ασφαλίτες και παρακρατικούς έναν ολόκληρο πολιτικό χώρο που μετράει τις περισσότερες φυλακίσεις, δικαστήρια, βασανισμούς. Το λάσπωμα κάθε βίαιης αντιπαράθεσης με την εξουσία είναι ή ανόητο ή ύπουλο, και γι’ αυτό άδικο και χυδαίο. Η θεώρηση πως δεν υπάρχει κανένα περιθώριο αντίδρασης για το λαϊκό παράγοντα μιας και ακόμα και αυτή ελέγχεται από τους εξουσιαστές του ενέχει εθελοδουλεία και μοιρολατρεία. Και δεν κάνει άλλο παρά να σπέρνει ηττοπάθεια, δημιουργώντας ένα αίσθημα ματαιότητας και παραίτησης.
Π.

Δηλαδή το δίλημμα είναι “ή με τα αταβιστικά ξεσπάσματα ή με τις εκλογές και τις πορείες πυροτεχνήματα;” Τόσο ανίκανη θεωρεί την κοινωνία; Έτσι την ζυγίζει; Και ζητάει να μην τσουβαλιάζουμε όσους μπαχαλιάζουνε, αλλά για αυτόν όλοι οι εργάτες και η εργατική τάξη “έχει αποδεχθεί τη συνθήκη της μισθωτής σκλαβιάς ως περήφανα ηθικός δουλευταράς. Που είναι μάλιστα και περισσότερο πατριώτης από τον υποκριτή δεξιό, ενώ θέλει αποτελεσματικό στρατό, εκπαιδευμένη αστυνομία, κανονική χώρα, σταθερότητα.”. Αυτό μάλλον περιγράφει τον βολεμένο μαγαζάτορα, παρά το ξένο ή ντόπιο εργατόπουλο. Τα έχει μπερδέψει ο φιλαράκος και κακώς τον τρώει το άδικο. Και είναι αυτή η μάχη για τους ορισμούς που μας τρώει. Αφήνω απ’έξω το “αντιεμβολιαστές” που εκτόξευσε, δεν θέλω να τον χαρακτηρίσω προβοκάτορα και ταραχθεί.